Το παρεμπιπτόντως είναι επιρρηματικός τύπος της μετοχής παρεμπίπτων του αμετάβατου ρήματος παρεμπίπτω, που σημαίνει παρεμβάλλομαι, παρεντίθεμαι, μεσολαβώ μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πραγμάτων.
Το παρεμπίπτω παράγεται από τη σύνθεση δύο προθέσεων (παρά + εν) και του ρήματος πίπτω. Όπως είναι γνωστό, το ένρινο ν τρέπεται σε μ, όταν βρίσκεται μπροστά από τα χειλικά (π, β, φ) ή το ψ: εμπνέω (εν + πνέω), έμψυχος (εν + ψυχος). Αυτό συμβαίνει, ασφαλώς, και στην περίπτωση τού εμπίπτω (εν + πίπτω).
Ο τύπος παρεπιπτόντως δεν δημιουργεί πρόβλημα στην κατανόηση της λέξης, αλλά, βάσει των προαναφερθέντων, δεν ευσταθεί από ετυμολογικής απόψεως.