Το παρεμπιπτόντως είναι επιρρηματικός τύπος της μετοχής παρεμπίπτων του αμετάβατου ρήματος παρεμπίπτω, που σημαίνει παρεμβάλλομαι, παρεντίθεμαι, μεσολαβώ μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πραγμάτων.
Το παρεμπίπτω παράγεται από τη σύνθεση δύο προθέσεων (παρά + εν) και του ρήματος πίπτω. Όπως είναι γνωστό, το ένρινο ν τρέπεται σε μ, όταν βρίσκεται μπροστά από τα χειλικά (π, β, φ) ή το ψ: εμπνέω (εν + πνέω), έμψυχος (εν + ψυχος). Αυτό συμβαίνει, ασφαλώς, και στην περίπτωση τού εμπίπτω (εν + πίπτω).
Ο τύπος παρεπιπτόντως δεν δημιουργεί πρόβλημα στην κατανόηση της λέξης, αλλά, βάσει των προαναφερθέντων, δεν ευσταθεί από ετυμολογικής απόψεως.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom