Το ουσιαστικό συνονθύλευμα προέρχεται από το ρήμα συνονθυλεύω, που με τη σειρά του συνίσταται από το α’ συνθετικό συν και το ρήμα ονθυλεύω (είχε την έννοια τού παραγεμίζω ή παραταΐζω).
Επομένως, η λέξη αυτή, που μαρτυρείται από τα μέσα του 19ου αιώνα και σημαίνει το σύνολο που προέρχεται από την ένωση ή την ανάμειξη ανομοιογενών – ετερογενών στοιχείων, έχει -ν πριν από το -θ, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι περισσότεροι μάλλον από εκείνους που τη μεταχειρίζονται όταν ομιλούν ή γράφουν.
Το συνονθύλευμα σημαίνει: μείγμα, ανομοιογενές σύνολο από ετερόκλητα πράγματα.