Σε επίπεδα-ρεκόρ ανήλθαν τα κρατικά έσοδα από τον ΦΠΑ κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους, ξεπερνώντας τα 14,5 δισ. ευρώ και υπερβαίνοντας τον αρχικό στόχο κατά 880 εκατ. ευρώ. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους, καταγράφεται αύξηση κατά 1,7 δισ. ευρώ, γεγονός που δημιουργεί ένα ισχυρό δημοσιονομικό «μαξιλάρι». Αυτή η υπεραπόδοση αυξάνει τις πιθανότητες το πρωτογενές πλεόνασμα να υπερβεί την επίσημη πρόβλεψη του 3,2% και να ξεπεράσει ακόμη και το 4% του ΑΕΠ.
Η σημαντική αυτή αύξηση τροφοδοτείται από δύο κύριους παράγοντες με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Από τη μία πλευρά, η πληθωριστική πίεση και η ακρίβεια αυξάνουν την ονομαστική αξία των προϊόντων και των υπηρεσιών, συμπαρασύροντας αυτόματα προς τα πάνω τον αναλογούντα φόρο, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα αντίστοιχη ενίσχυση της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας. Από την άλλη πλευρά, καθοριστική είναι η συμβολή της επέκτασης των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της μείωσης της φοροδιαφυγής.
Στο πεδίο της φορολογικής συμμόρφωσης, η ΑΑΔΕ αξιοποιεί ένα εκτεταμένο ψηφιακό δίχτυ ελέγχων. Μέσω της πλατφόρμας myDATA, των προσυμπληρωμένων δηλώσεων ΦΠΑ, καθώς και των αυτόματων διασταυρώσεων με τα συστήματα POS και το Μητρώο Τραπεζικών Λογαριασμών, οι ελεγκτικοί μηχανισμοί εντοπίζουν άμεσα αποκλίσεις και ύποπτες μεταβολές στον τζίρο των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει αυστηρές κυρώσεις για τις παραβάσεις, καθώς η διαπίστωση μη υποβολής ή ανακριβούς δήλωσης ΦΠΑ κατόπιν ελέγχου επιφέρει πρόστιμο ύψους 50% επί του φόρου. Ωστόσο, η νομοθεσία παρέχει κίνητρα για την οικειοθελή διόρθωση των στοιχείων πριν από την έκδοση εντολής ελέγχου, επιβάλλοντας μόνο τα βασικά διοικητικά πρόστιμα και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, ενώ προσφέρεται και έκπτωση 40% στο πρόστιμο (περιορισμός στο 30%) στην περίπτωση ταχείας εξόφλησης της οφειλής.