Πείρα: 1. το σύνολο των γνώσεων που αποκτά κάποιος καθώς ασκεί ορισμένη δραστηριότητα 2. συσσωρευμένη γνώση και εμπειρία, χρήσιμη στον άνθρωπο για την αντιμετώπιση προβλημάτων, καταστάσεων κτλ.
Εμπειρία: 1.η γνώση που προέρχεται από την πρακτική ενασχόληση με κτ., από την άσκηση έργου ή από την αντιμετώπιση καταστάσεων και προβλημάτων, σε αντιδιαστολή προς τη γνώση από θεωρητική σπουδή, από μελέτη: Οι εμπειρίες της ζωής.
Οι λέξεις πείρα και εμπειρία δεν είναι ταυτόσημες και κακώς χρησιμοποιείται η λ. εμπειρία αντί της λ. πείρα. Η λ. εμπειρία έχει πληθυντικό, ενώ η λ. πείρα όχι. Η πείρα είναι μία γενική έννοια και σημαίνει τη γνώση που αποκτάται από πολλές εμπειρίες, ενώ η εμπειρία είναι το προσωπικό βίωμα. Σε αρκετές περιπτώσεις η σημασιολογική διαφορά είναι λεπτή ανάμεσα στις δύο λέξεις, συνεπώς απαιτείται προσοχή κάθε φορά στην επιλογή της σωστής.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Alfavita Newsroom