Η εργασία φαίνεται να αποτελεί για χιλιάδες εργαζόμενους στην Ελλάδα όχι μόνο πηγή εισοδήματος, αλλά και σημαντικό παράγοντα ψυχικής επιβάρυνσης. Τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία κατατάσσουν τη χώρα στην πρώτη θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών ως προς το ποσοστό εργαζομένων που αντιμετωπίζουν στρες, άγχος ή κατάθλιψη που συνδέεται με την εργασία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, το 49% των εργαζομένων στην Ελλάδα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει κάποιο από τα παραπάνω προβλήματα εξαιτίας της εργασίας. Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται στο 29%, καταγράφοντας μια ιδιαίτερα μεγάλη απόκλιση.
Ακόμη υψηλότερα βρίσκεται η πίεση που προκαλεί ο χρόνος και ο φόρτος εργασίας. Περίπου 57% των εργαζομένων στην Ελλάδα δηλώνει ότι έρχεται αντιμέτωπο με έντονη πίεση χρόνου ή υπερβολικό όγκο εργασίας.
Στην πρώτη πεντάδα των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά βρίσκονται επίσης η Φινλανδία, η Πολωνία, η Κύπρος και η Ισπανία, όπου περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους αναφέρουν αντίστοιχα προβλήματα.
Ο φόβος της αποκάλυψης
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η στάση των εργαζομένων απέναντι στην ψυχική υγεία μέσα στον χώρο εργασίας. Στην Ελλάδα, σχεδόν 7 στους 10 εργαζόμενους εκτιμούν ότι η αποκάλυψη ενός προβλήματος ψυχικής υγείας θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες στην επαγγελματική τους πορεία.
Την ίδια στιγμή, λιγότεροι από τρεις στους δέκα έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες συμβουλευτικής ή ψυχολογικής υποστήριξης.
Τα στοιχεία δείχνουν έτσι ένα διπλό πρόβλημα: από τη μία πλευρά, η εργασιακή πίεση παραμένει ιδιαίτερα υψηλή και, από την άλλη, οι δυνατότητες στήριξης των εργαζομένων εμφανίζονται περιορισμένες.
Οι ψυχοκοινωνικοί κίνδυνοι παραμένουν στο περιθώριο
Η κατάσταση αποτυπώνεται και σε πρόσφατη έκθεση του ερευνητικού ινστιτούτου της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (ETUI), η οποία αναδεικνύει την επιδείνωση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων στους χώρους εργασίας.
Στο επίκεντρο βρίσκονται φαινόμενα όπως η υπερβολική πίεση, η παρενόχληση και ο εκφοβισμός, αλλά και πρακτικές εργοδοτών που, σύμφωνα με την έκθεση, μπορούν να οδηγήσουν εργαζομένους σε παραίτηση χωρίς καταβολή αποζημίωσης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις υποθέσεις εργασιακής παρενόχλησης, με την έκθεση να επισημαίνει ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα δικαστήρια παραμένουν συχνά περιορισμένες σε σχέση με τη ζημία που έχει υποστεί ο εργαζόμενος.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται, μάλιστα, στις λίγες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου δεν υπάρχει ειδική νομοθεσία για το εργασιακό άγχος, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες του ETUI.
Το εργασιακό άγχος αποτελεί πλέον ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα υγείας στον ιδιωτικό τομέα. Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι εμφανίζονται εργαζόμενοι που δεν αμείβονται για υπερωρίες, αλλά και όσοι εξετάζουν το ενδεχόμενο να αλλάξουν εργασία.
Παρά το γεγονός ότι το θεσμικό πλαίσιο για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία περιλαμβάνει την αξιολόγηση ψυχοκοινωνικών κινδύνων, η αντιμετώπισή τους εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά.
Το ζήτημα αφορά όχι μόνο το άγχος, αλλά ένα ευρύτερο φάσμα κινδύνων που σχετίζονται με τη σωματική, ψυχική και κοινωνική ευημερία των εργαζομένων.
Τι ζητείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο
Η συζήτηση για την προστασία των εργαζομένων έχει ήδη ανοίξει σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει νέες παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση των ψυχοκοινωνικών κινδύνων, με έμφαση στην τακτική αξιολόγηση των κινδύνων, τον περιορισμό του υπερβολικού φόρτου εργασίας και την αντιμετώπιση της παρενόχλησης και του εκφοβισμού.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει ζητήσει την ενίσχυση των ευρωπαϊκών προτύπων για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία, ώστε η προστασία να καλύπτει όλους τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από το καθεστώς ή το αντικείμενο απασχόλησής τους.
Στο ίδιο πλαίσιο, προτείνεται οι αξιολογήσεις κινδύνου στους χώρους εργασίας να μην περιορίζονται στους φυσικούς κινδύνους, αλλά να περιλαμβάνουν συστηματικά και τους ψυχοκοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Η ευρωπαϊκή εικόνα δείχνει ότι το εργασιακό άγχος δεν αποτελεί πλέον ένα «αόρατο» ατομικό πρόβλημα, αλλά ζήτημα που συνδέεται άμεσα με τις συνθήκες εργασίας και την προστασία της υγείας. Και στην περίπτωση της Ελλάδας, τα στοιχεία δείχνουν ότι το πρόβλημα έχει λάβει ιδιαίτερα μεγάλες διαστάσεις.