Το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Γ.Π.Α.) κατατάσσεται 4ο στα ποσά χρηματοδότησης ανά φοιτητή στον πίνακα κατανομής του νέου Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, επιτυγχάνοντας μία από τις υψηλότερες επιδόσεις. Η δυναμική ποσόστωση των κρατικών επιχορηγήσεων και των εσόδων από ευρωπαϊκά κονδύλια και ίδια κεφάλαια αποτυπώνει τις άοκνες προσπάθειες της Διοίκησης, αλλά και του συνόλου του δυναμικού του Ιδρύματος, για την εξασφάλιση των απαραίτητων κονδυλίων που αποσκοπεί στη βελτίωση με σταθερούς ρυθμούς της ποιότητας της εκπαίδευσης και της έρευνας στον αγροτοδιατροφικό τομέα.
Όπως αποτυπώνεται στη τελευταία Ετήσια Έκθεση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης, σε μια χρονιά που η χρηματοδότηση των πανεπιστημίων αυξήθηκε συνολικά κατά 4%, με αύξηση κυρίως της κρατικής επιχορήγησης κατά 13% και την υποχώρηση συνολικά της εξωτερικής χρηματοδότησης, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με σημαντική αύξηση στην εξωτερική χρηματοδότησή του σημειώνει αξιόλογη επίδοση ανερχόμενο στην 4η θέση της μέσης ετήσιας συνολικής χρηματοδότησης ανά φοιτητή. Ο προσανατολισμός του Ιδρύματος στην ανταπόκρισή του στις παραγωγικές και αναπτυξιακές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας μέσα από ένα εξίσου δυναμικό παρών στο διεθνές ακαδημαϊκό περιβάλλον το έχει καταστήσει ικανό να χρηματοδοτείται πλέον σταθερά, σε ετήσια βάση που φτάνει σχεδόν το ήμισυ της συνολικής χρηματοδότησής του.
Η χρηματοδότηση ανά φοιτητή χρησιμοποιείται διεθνώς ως δείκτης αξιολόγησης της επένδυσης στην ανώτατη εκπαίδευση. Για το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, η επαρκής χρηματοδότηση ανά φοιτητή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι γεωπονικές σπουδές απαιτούν εργαστήρια, αγροκτήματα εφαρμογών, ερευνητικό εξοπλισμό και πρακτική εκπαίδευση πεδίου, στοιχεία που συνεπάγονται υψηλότερο λειτουργικό κόστος σε σχέση με άλλα γνωστικά αντικείμενα. Έτσι, παράλληλα με την συνεχή αναβάθμιση των ακαδημαϊκών σπουδών του, λαμβάνοντας υπόψη ότι ένας από τους κομβικούς πυλώνες της πολιτικής του είναι επίσης η διασύνδεση με την βιομηχανία και τους λοιπούς παραγωγικούς φορείς σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, ενισχύει τη θέση του στην ανάπτυξη της έρευνας και τη σύνδεσή του με τον πρωτογενή τομέα και την αγροτική ανάπτυξη της χώρας.