Αμετάκλητη εμφανίζεται η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού σχετικά με την τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων για τους πίνακες των υποψήφιων εκπαιδευτικών. Κατά τη διάρκεια συζήτησης επίκαιρης ερώτησης στη Βουλή, την οποία κατέθεσε ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, Τάσος Νικολαΐδης, ξεκαθαρίστηκε ότι δεν είναι νομικά και πρακτικά εφικτό να γίνει δεκτό το αίτημα των κατόχων πιστοποιητικών της ΑΣΠΑΙΤΕ για εκπρόθεσμη υποβολή των εγγράφων τους στο σύστημα ΟΠΣΥΔ.
Απαντώντας στο κοινοβουλευτικό ερώτημα, ο Υφυπουργός Παιδείας, Κώστας Βλάσης, τόνισε ότι τυχόν υποχώρηση στις αποκλειστικές προθεσμίες θα προκαλούσε αλυσιδωτές καθυστερήσεις σε μια εθνική διαδικασία που αφορά χιλιάδες επιστήμονες, ενώ παράλληλα θα έπληττε την αρχή της ισονομίας.
Όπως εξήγησε ο αρμόδιος Υφυπουργός, η διαδικασία για τη σύνταξη των αξιολογικών πινάκων του νόμου 4589/2019 χαρακτηρίζεται από υψηλή πολυπλοκότητα και αυστηρά διαδοχικά στάδια. Η ροή των εργασιών απαιτεί:
- Την έγκαιρη υποβολή των στοιχείων από την πλευρά των ενδιαφερόμενων.
- Τη διασταύρωση και τον έλεγχο των δεδομένων από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας.
- Την τελική επεξεργασία και έκδοση των πινάκων από το ΑΣΕΠ.
Ο κ. Βλάσης υπογράμμισε ότι κάθε φάση πρέπει να ολοκληρώνεται χωρίς παρεκκλίσεις, ώστε το σύνολο των πινάκων να είναι έτοιμο πριν από το χτύπημα του πρώτου κουδουνιού στα σχολεία. Συμπλήρωσε, μάλιστα, ότι η άρνηση παροχής παράτασης δεν αποτελεί δείγμα έλλειψης κατανόησης απέναντι στην αγωνία των νέων, αλλά επιβεβλημένη στάση για τη διαφύλαξη της ασφάλειας δικαίου και της ίσης μεταχείρισης όλων των υποψηφίων της χώρας.
Προκειμένου να αποφευχθούν παρανοήσεις, η κυβερνητική πλευρά έσπευσε να αποσαφηνίσει το νομικό καθεστώς της συμμετοχής των εν λόγω σπουδαστών. Οι σπουδαστές της ΑΣΠΑΙΤΕ δεν τίθενται εκτός διαδικασίας, καθώς έχουν υποβάλει κανονικά τις αιτήσεις τους και θα συμπεριληφθούν στους πίνακες, εφόσον πληρούν τα βασικά κριτήρια του νόμου.
Η διαφωνία εστιάζεται αποκλειστικά στη μοριοδότηση ενός εγγράφου που δεν είχε εκδοθεί εντός των προβλεπόμενων ορίων. Ο Υφυπουργός υπενθύμισε τη θεσμική διαφορά των τίτλων, σημειώνοντας ότι το Πιστοποιητικό Παιδαγωγικής και Διδακτικής Επάρκειας δεν αποτελεί βασικό πτυχίο ή τίτλο σπουδών, αλλά ένα επιπλέον τυπικό προσόν. Ως εκ τούτου, υπόκειται αυστηρά στους όρους της εκάστοτε προκήρυξης.
Εάν η διοίκηση άνοιγε το σύστημα επιλεκτικά για μία ομάδα, θα δημιουργούνταν άμεσα ζήτημα διακρίσεων. Υπάρχουν εκατοντάδες άλλοι υποψήφιοι που απέκτησαν μεταπτυχιακά, πτυχία ξένων γλωσσών ή άλλα πιστοποιητικά ελάχιστες ημέρες μετά τη λήξη των προθεσμιών. Η διοίκηση οφείλει να εφαρμόζει ενιαίους κανόνες, καθώς η αυστηρή τήρηση του χρόνου αποτελεί εγγύηση ισότητας και όχι στείρα τυπολατρία.
Σύμφωνα με επίσημα έγγραφα της ίδιας της ΑΣΠΑΙΤΕ, το τρέχον εκπαιδευτικό πρόγραμμα ολοκληρώθηκε στις 5 Ιουνίου 2026. Η έκδοση των σχετικών βεβαιώσεων προϋποθέτει, εκ των πραγμάτων, την πάροδο του χρόνου διδασκαλίας και την ολοκλήρωση της βαθμολόγησης των γραπτών δοκιμασιών.
Αυτό σημαίνει ότι κατά τη διάρκεια των επίσημων προθεσμιών υποβολής, τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά δεν υπήρχαν νομικά ως εκδοθέντα έγγραφα. Επομένως, το Υπουργείο επισημαίνει ότι δεν πρόκειται για μια απλή παράλειψη καταχώρισης ενός ήδη κεκτημένου προσόντος, αλλά για ένα χαρακτηριστικό που αποκτήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Βλάσης ανέφερε ότι η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας επιτάσσει αφενός να αφουγκράζεται τις ανάγκες των υποψηφίων και αφετέρου να εγγυάται ότι οι όροι του ΑΣΕΠ παραμένουν σταθεροί και αμετάβλητοι για όλους. Συνεπώς, το εν λόγω πρόσθετο προσόν θα προσμετρηθεί μόνο για όσους το είχαν στην κατοχή τους εντός των κοινών, νόμιμων χρονικών ορίων.