Το εργασιακό άγχος των εκπαιδευτικών δεν είναι απλώς προσωπική δυσκολία. Είναι και κοινωνικό φαινόμενο, που συνδέεται με τις συνθήκες εργασίας, τις οικονομικές ανισότητες και την οργάνωση του σχολείου. Όταν γίνεται χρόνιο, μπορεί να οδηγήσει σε επαγγελματική εξουθένωση (burnout), επηρεάζοντας την ποιότητα της διδασκαλίας.
Ο Βρετανός ερευνητής Chris Kyriacou ορίζει το άγχος των εκπαιδευτικών ως την εμπειρία δυσάρεστων αρνητικών συναισθημάτων, όπως ο θυμός, η απογοήτευση, η ανησυχία, η θλίψη και η νευρικότητα, που προκύπτουν από όψεις της εργασίας τους (Stress-Busting for Teachers, 2000, Nelson Thornes).
Το άγχος συνδέεται με την αναντιστοιχία ανάμεσα στις εργασιακές απαιτήσεις και στις δυνατότητες ανταπόκρισης, οι οποίες εξαρτώνται και από τους διαθέσιμους πόρους και την υποστήριξη. Πολυπληθή τμήματα, προβλήματα συμπεριφοράς, γραφειοκρατία και διαρκείς απαιτήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε εξουθένωση, που χαρακτηρίζεται από συναισθηματική εξάντληση, αποστασιοποίηση και μειωμένη αίσθηση επαγγελματικής αποτελεσματικότητας.
Η εξουθένωση επηρεάζει και τη σχολική τάξη. Ο εκπαιδευτικός μπορεί να χάνει τον ενθουσιασμό του, να γίνεται ευερέθιστος και να δυσκολεύεται στις σχέσεις με τους μαθητές. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: οι δυσκολίες αυξάνουν το άγχος και η εξάντληση δυσκολεύει τη διαχείρισή τους.
Σημαντική παράμετρος είναι ο μισθός. Οι χαμηλές αποδοχές, το κόστος στέγασης και η ανάγκη δεύτερης εργασίας περιορίζουν τον χρόνο ανάπαυσης και ενισχύουν την οικονομική ανασφάλεια. Οι πιέσεις, ωστόσο, δεν κατανέμονται ισότιμα. Ένας αναπληρωτής που μετακινείται κάθε χρόνο, ένας νεοδιόριστος που πληρώνει ενοίκιο μακριά από το σπίτι του και ένας εκπαιδευτικός με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις αντιμετωπίζουν διαφορετικές δυσκολίες.
Παράλληλα, η εντατικοποίηση της εργασίας, η γραφειοκρατία και η αξιολόγηση, όταν μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης, ενισχύουν το άγχος.Το ίδιο συμβαίνει όταν η σχολική διοίκηση καταφεύγει στις απειλές αντί στη συνεργασία.
Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιορίζεται σε συμβουλές ατομικής ανθεκτικότητας. Απαιτεί αξιοπρεπείς μισθούς, σταθερές εργασιακές σχέσεις, επαρκή στελέχωση και δημοκρατική λειτουργία του σχολείου.
Όταν ένα κοινωνικό και εργασιακό πρόβλημα αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ατομική αδυναμία, η ευθύνη μεταφέρεται από τις συνθήκες εργασίας στον εκπαιδευτικό. Δεν μπορούμε να απαιτούμε καλύτερη διδασκαλία αγνοώντας τις συνθήκες ζωής και εργασίας εκείνων που διδάσκουν. Η πρόληψη της εξουθένωσης είναι ζήτημα εργασιακών δικαιωμάτων και ποιότητας της δημόσιας εκπαίδευσης.