Πώς γίνεται μια χώρα να διαθέτει περισσότερο πλούτο, ενώ οι νέοι της αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόσβαση σε ποιοτικές σπουδές; Αυτό το ερώτημα θέτει ο Τομά Πικετί, αμφισβητώντας την αντίληψη ότι οι περιορισμένοι εκπαιδευτικοί πόροι αποτελούν αναπόφευκτη συνέπεια οικονομικής αδυναμίας.
Στην παρέμβασή του, που δημοσιεύθηκε στη Le Monde στις 17 Οκτωβρίου 2026 και αναρτήθηκε στο προσωπικό του ιστολόγιο στις 20 Οκτωβρίου, ο οικονομολόγος υποστηρίζει ότι ο προϋπολογισμός ανά φοιτητή στην ανώτατη εκπαίδευση έχει υποχωρήσει περίπου κατά 20% από το 2017.
Ο υπολογισμός που παρουσιάζει συνδυάζει τρεις μεταβολές: την ονομαστική αύξηση του σχετικού προϋπολογισμού από 13,3 σε 15,5 δισ. ευρώ, τον σωρευτικό πληθωρισμό 22% και την αύξηση του φοιτητικού πληθυσμού από 2,6 εκατομμύρια σε περισσότερα από 3 εκατομμύρια.
Το πολιτικό συμπέρασμά του είναι ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει πρωτίστως πρόβλημα κατανομής του πλούτου. Υπερασπίζεται, επομένως, την επανεπένδυση στην εκπαίδευση και στην υγεία ως επιλογή κοινωνικής ισότητας και διαφορετικής αναπτυξιακής κατεύθυνσης.
Τι μετρούν οι αριθμοί
Η διάκριση ανάμεσα στους δείκτες είναι απαραίτητη. Η γαλλική στατιστική υπηρεσία INSEE υπολογίζει τη συνολική εσωτερική εκπαιδευτική δαπάνη για το 2024 στα 197,1 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 6,8% του ΑΕΠ, καταγράφοντας ονομαστική αύξηση έναντι του 2023. Πρόκειται, όμως, για ευρύτερο μέγεθος, το οποίο δεν ταυτίζεται με τον προϋπολογισμό που εξετάζει ο Πικετί ούτε καλύπτει την ίδια χρονική περίοδο.
Αυτό εξηγεί γιατί ένας αυξημένος συνολικός προϋπολογισμός δεν αρκεί, από μόνος του, για να αποδείξει βελτίωση των συνθηκών σπουδών: χρειάζεται να εξετάζεται τι μπορεί να αγοράσει, πόσους ανθρώπους εξυπηρετεί και ποιες ανάγκες καλείται να καλύψει.
Για μια οικογένεια, η διαφορά αυτή αποτυπώνεται τελικά στη δυνατότητα του παιδιού να σπουδάσει με επαρκή υποστήριξη· για ένα πανεπιστήμιο, στην επάρκεια προσωπικού, χώρων και εκπαιδευτικών υποδομών. Αυτά είναι τα πεδία στα οποία πρέπει να ελέγχονται οι δημοσιονομικές εξαγγελίες.
Η συζήτηση που ανοίγει αφορά συνεπώς και τις προτεραιότητες μιας κοινωνίας: ποιο μέρος των διαθέσιμων πόρων κατευθύνεται στη νέα γενιά και με ποιον τρόπο ελέγχεται το αποτέλεσμα. Εκεί βρίσκεται και η δυνατότητα αλλαγής, μέσα από διαφανή στοιχεία, συγκεκριμένους στόχους και χρηματοδότηση που ακολουθεί τις πραγματικές εκπαιδευτικές ανάγκες.