Η λέξη «παρεμπιπτόντως» είναι από εκείνες που χρησιμοποιούμε συχνά στον προφορικό και γραπτό λόγο, αλλά η ορθογραφία της μπορεί να μας μπερδέψει. Το μυστικό, όμως, κρύβεται σε ένα μικρό γράμμα.
Η σωστή γραφή είναι «παρεμπιπτόντως». Το μικρό «μ» στη μέση της λέξης είναι εκείνο που συνήθως χάνεται όταν τη γράφουμε βιαστικά.
Τη χρησιμοποιούμε όταν θέλουμε να προσθέσουμε κάτι έξω από το κύριο θέμα της συζήτησης: «Παρεμπιπτόντως, μίλησα χθες με τη Μαρία». Πρόκειται για μια παρένθεση στον λόγο μας, μια πληροφορία που εμφανίζεται σχεδόν σαν να πέρασε τυχαία από το μυαλό μας.
Αυτό το «παρεμβάλλεται» βοηθά και στην ορθογραφία. Η λέξη συνδέεται με το παρεμπίπτω, που σημαίνει ότι κάτι εισέρχεται ή προκύπτει στη διάρκεια μιας άλλης υπόθεσης. Γι’ αυτό γράφουμε παρεμ- και όχι «παρε-» πριν από το «πιπτόντως».
Ένας τρόπος να τη θυμόμαστε είναι η φράση: «Κάτι παρεμβάλλεται στη συζήτηση — παρεμπιπτόντως». Αν πάλι η λέξη μάς φαίνεται υπερβολικά δύσκολη, υπάρχει πάντα το απλό «με την ευκαιρία». Η ορθογραφία δεν χρειάζεται να εμποδίζει αυτό που θέλουμε να πούμε.