Υπάρχει μια φράση που ακούγεται συχνά στους εκπαιδευτικούς κύκλους: «Όταν ο δάσκαλος θέλει να τους μάθει, θα τους μάθει». Με την πρώτη ματιά, μοιάζει να αποδίδει στον εκπαιδευτικό σχεδόν απόλυτη δύναμη. Στην πραγματικότητα, όμως, η φράση μπορεί να διαβαστεί και διαφορετικά: άλλο είναι ο δάσκαλος να θέλει απλώς να διδάξει τυπικά και άλλο να θέλει πραγματικά να μάθουν οι μαθητές του.
Η τυπική διδασκαλία
Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να κάνει το μάθημά του με τρόπο απολύτως τυπικό. Να ακολουθεί το αναλυτικό πρόγραμμα, να καλύπτει την προβλεπόμενη ύλη, να γράφει στον πίνακα, να δίνει ασκήσεις και να καταχωρίζει βαθμούς.
Με αυτή την έννοια, μπορεί να θεωρείται ότι «έκανε τη δουλειά του». Δεν θα του γίνει εύκολα παρατήρηση από τους γονείς, ιδιαίτερα αν δεν υπάρχουν έντονα παράπονα ή εμφανή προβλήματα πειθαρχίας. Ούτε θα εκτεθεί απαραίτητα μπροστά στους μαθητές. Μπορεί να ολοκληρώσει τη σχολική χρονιά χωρίς σοβαρή σύγκρουση, χωρίς να φανεί ότι αποτυγχάνει και χωρίς να ελεγχθεί ουσιαστικά για το αν οι μαθητές κατανόησαν σε βάθος όσα διδάχθηκαν.
Η τυπική συμμόρφωση, όμως, δεν ταυτίζεται με την αποτελεσματική διδασκαλία. Το γεγονός ότι παραδόθηκε ένα μάθημα δεν σημαίνει ότι πραγματοποιήθηκε μάθηση.
Το κάτι παραπάνω
Ο εκπαιδευτικός που θέλει πραγματικά να μάθουν οι μαθητές του δεν περιορίζεται στην τήρηση των υποχρεώσεών του. Αναζητά το "κάτι παραπάνω".
Το κάτι παραπάνω μπορεί να είναι:
- μια διαφορετική εξήγηση για τον μαθητή που δεν κατάλαβε,
- ένα παράδειγμα από την καθημερινή ζωή,
- μια ερώτηση που προκαλεί σκέψη,
- ένα πείραμα ή μια δραστηριότητα,
- μια σύνδεση με άλλα γνωστικά αντικείμενα,
- μια δεύτερη και τρίτη προσπάθεια,
- μια προσωπική συζήτηση με έναν μαθητή που δυσκολεύεται,
- η προσαρμογή της διδασκαλίας στις πραγματικές ανάγκες της τάξης.
Ο εκπαιδευτικός αυτός δεν αρκείται στο να ρωτήσει: «Έβγαλα την ύλη;» Ρωτά: «Τι κατάλαβαν οι μαθητές; Τι μπορούν πλέον να εξηγήσουν; Ποιοι έμειναν πίσω; Τι πρέπει να αλλάξω;»
Η διαφορά μεταξύ επαγγελματικής υποχρέωσης και αποστολής στην εκπαίδευση
Στον χώρο της εκπαίδευσης συχνά συγχέονται δύο έννοιες που, παρόλο που αλληλοσυμπληρώνονται, έχουν διαφορετική φύση και βάρος: η επαγγελματική υποχρέωση και η αποστολή. Η πρώτη αφορά το τυπικό, νομικό και συμβατικό πλαίσιο του ρόλου του εκπαιδευτικού· η δεύτερη αναφέρεται στον ηθικό, κοινωνικό και παιδαγωγικό προσανατολισμό του έργου του.
Επαγγελματική υποχρέωση: το «τι πρέπει»
Η επαγγελματική υποχρέωση ορίζεται κυρίως από:
- τη νομοθεσία και τους κανονισμούς λειτουργίας των σχολικών μονάδων,
- τη σύμβαση εργασίας ή τη σχέση δημοσίου δικαίου (για τους διορισμένους),
- τις υπηρεσιακές οδηγίες και τα καθήκοντα που απορρέουν από τη θέση.
Σε αυτό το επίπεδο, ο εκπαιδευτικός καλείται να:
- καλύψει το ωράριο διδασκαλίας και τις υπηρεσιακές του υποχρεώσεις,
- εφαρμόσει τα αναλυτικά προγράμματα και τις εγκυκλίους,
- τηρήσει τους κανόνες αξιολόγησης, πειθαρχίας και προστασίας δεδομένων,
- συμμετέχει σε υποχρεωτικές επιμορφώσεις και συλλόγους διδασκόντων.
Εδώ το κριτήριο είναι η συμμόρφωση: «Κάνω ό,τι απαιτείται από εμένα ως υπάλληλος/επαγγελματίας».
Αποστολή: το «γιατί και πώς»
Η αποστολή στην εκπαίδευση ξεπερνά το τυπικό πλαίσιο και εστιάζει στο παιδαγωγικό νόημα** και την κοινωνική προσφορά του έργου. Αφορά:
- την ανάπτυξη του μαθητή ως ολοκληρωμένου προσώπου (γνώσεις, δεξιότητες, αξίες),
- τη συμβολή στην κοινωνική συνοχή, την ισότητα και τη δημοκρατική συνείδηση,
- την ηθική δέσμευση του εκπαιδευτικού να αφοσιωθεί στο έργο του, αναλαμβάνοντας προσωπική ευθύνη πέρα από τα ελάχιστα απαιτούμενα.
Σε αυτό το επίπεδο, ο εκπαιδευτικός:
- προσαρμόζει τη διδασκαλία στις ανάγκες των μαθητών,
- επενδύει χρόνο σε συμβουλευτική, ενθάρρυνση και υποστήριξη,
- ανανεώνει συνεχώς τις γνώσεις και τις μεθόδους του, όχι μόνο όταν είναι υποχρεωτικό,
- λειτουργεί ως πρότυπο και φορέας αξιών μέσα και έξω από την τάξη.
Εδώ το κριτήριο είναι η δέσμευση: «Κάνω ό,τι χρειάζεται για να έχει νόημα και αντίκτυπο το έργο μου».
Πού εμφανίζεται η διαφορά στην πράξη;
- Ώρες εργασίας: Η υποχρέωση σταματά συχνά στο ωράριο· η αποστολή μπορεί να απαιτεί επιπλέον χρόνο για προετοιμασία, ανατροφοδότηση, επικοινωνία με γονείς, υποστήριξη μαθητών που υστερούν.
- Επιμόρφωση: Η υποχρεωτική επιμόρφωση καλύπτει ελάχιστα κριτήρια· η αποστολή ωθεί σε συνεχή, προαιρετική επαγγελματική ανάπτυξη.
- Καινοτομία: Η υποχρέωση ικανοποιείται με την τήρηση των προγραμμάτων· η αποστολή αναζητά βελτιώσεις, πειραματισμούς, προσαρμογές στο τοπικό πλαίσιο.
- Σχέση με τους μαθητές: Η υποχρέωση βλέπει κυρίως «μαθητές ως ομάδα»· η αποστολή βλέπει «μαθητές ως πρόσωπα» με διαφορετικές ανάγκες και δυναμικές.
Γιατί έχει σημασία η διάκριση;
- Βοηθά τους εκπαιδευτικούς να κατανοήσουν πότε λειτουργούν ως «υπάλληλοι του συστήματος» και πότε ως «παιδαγωγοί με αποστολή».
- Επιτρέπει στις σχολικές μονάδες να σχεδιάζουν πολιτικές που δεν περιορίζονται στην τήρηση κανόνων, αλλά ενισχύουν την παιδαγωγική ποιότητα.
- Δίνει σαφήνεια σε συζητήσεις για αξιολόγηση: τι μετράμε; τη συμμόρφωση ή την παιδαγωγική επίδραση;
- Υποστηρίζει την επαγγελματική ταυτότητα: ο εκπαιδευτικός δεν είναι μόνο εκτελεστής οδηγιών, αλλά φορέας αποστολής με ηθική ευθύνη απέναντι στους μαθητές και την κοινωνία.
Η θέληση ως επαγγελματική επιλογή
Η θέληση του δασκάλου δεν είναι απλώς ένα συναίσθημα. Είναι καθημερινή επαγγελματική επιλογή. Είναι η απόφαση να μην κρυφτεί πίσω από το βιβλίο, το αναλυτικό πρόγραμμα ή τον βαθμό.
Ο δάσκαλος που θέλει πραγματικά να διδάξει:
- προετοιμάζεται,
- παρατηρεί τους μαθητές,
- ελέγχει αν κατανόησαν,
- προσαρμόζει τη μέθοδό του,
- ζητά ανατροφοδότηση,
- αναγνωρίζει τα λάθη του,
- επιμένει χωρίς να ταπεινώνει,
- διατηρεί υψηλές αλλά ρεαλιστικές προσδοκίες.
Δεν αντιμετωπίζει τον μαθητή ως παθητικό αποδέκτη πληροφοριών, αλλά ως πρόσωπο που χρειάζεται να συμμετέχει, να ρωτά, να δοκιμάζει και να οικοδομεί σταδιακά τη γνώση.
Όχι όλα στους ώμους του εκπαιδευτικού
Η φράση, ωστόσο, δεν πρέπει να οδηγήσει στην υπερβολή ότι ο δάσκαλος μπορεί να μάθει τα πάντα σε όλους, ανεξάρτητα από τις συνθήκες. Οι μαθητές έχουν διαφορετικές αφετηρίες, δυνατότητες, εμπειρίες, κίνητρα και δυσκολίες.
Η μάθηση επηρεάζεται επίσης από:
- τον αριθμό των μαθητών στην τάξη,
- τον διαθέσιμο χρόνο,
- την υλικοτεχνική υποδομή,
- τη στήριξη του σχολείου,
- τη συνεργασία με την οικογένεια,
- τις κοινωνικές και ψυχολογικές συνθήκες,
- την ύπαρξη μαθησιακών ή άλλων ειδικών αναγκών.
Ο εκπαιδευτικός έχει μεγάλη ευθύνη, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει μόνος του την οικογένεια, το σχολείο και την πολιτεία. Η θέληση είναι αναγκαία, δεν είναι όμως αρκετή χωρίς γνώσεις, μέσα και θεσμική υποστήριξη.
Όταν η διδασκαλία γίνεται ουσιαστική
Ο μαθητής αντιλαμβάνεται τη διαφορά ανάμεσα στον εκπαιδευτικό που απλώς διεκπεραιώνει το μάθημα και σε εκείνον που θέλει να τον βοηθήσει να μάθει. Τη βλέπει στον τρόπο με τον οποίο εξηγεί, στις ερωτήσεις που θέτει, στην υπομονή που δείχνει και στο αν επιστρέφει σε ένα δύσκολο σημείο αντί να το προσπεράσει.
Ο πρώτος μπορεί να μην εκτεθεί ποτέ. Μπορεί να μη δεχθεί παράπονα από γονείς και να φαίνεται συνεπής. Ο δεύτερος, όμως, δημιουργεί πραγματικό παιδαγωγικό αποτέλεσμα. Δεν μεταδίδει απλώς πληροφορίες· καλλιεργεί κατανόηση, κρίση, αυτοπεποίθηση και διάθεση για μάθηση.
Αυτό είναι το «κάτι παραπάνω» που δεν καταγράφεται πάντα σε ένα σχέδιο μαθήματος και δεν αποτυπώνεται πάντοτε σε έναν βαθμό. Συχνά, όμως, είναι εκείνο που ο μαθητής θυμάται για ολόκληρη τη ζωή του.
Συνοπτικά
- Επαγγελματική υποχρέωση:τι οφείλω να κάνω βάσει νόμου, σύμβασης και κανονισμών.
- Αποστολή:γιατί το κάνω και πώς το κάνω ώστε να έχει παιδαγωγικό και κοινωνικό νόημα.
Η υγιής ισορροπία μεταξύ των δύο είναι που καθιστά την εκπαίδευση όχι απλώς λειτουργική, αλλά μεταμορφωτική για τους μαθητές και την κοινωνία
Η φράση «όταν ο δάσκαλος θέλει να τους μάθει, θα τους μάθει» δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως υπόσχεση απόλυτης επιτυχίας. Η ουσία της βρίσκεται στη διάκριση ανάμεσα στην τυπική και την ουσιαστική διδασκαλία.
Αν ο δάσκαλος θέλει απλώς να διδάξει τυπικά, πιθανόν να μπορέσει να ολοκληρώσει το έργο του χωρίς να του γίνει παρατήρηση ή χωρίς να εκτεθεί. Αν, όμως, θέλει πραγματικά να μάθουν οι μαθητές του, θα αναζητήσει τρόπους να ξεπεράσει τα ελάχιστα απαιτούμενα και να προσφέρει εκείνο το κάτι παραπάνω που μετατρέπει τη διδασκαλία σε παιδεία.
Ο πραγματικός εκπαιδευτικός δεν μετριέται μόνο από το αν έκανε το μάθημά του. Μετριέται από το αν κατάφερε να κάνει τον μαθητή να καταλάβει, να σκεφτεί και να πιστέψει ότι μπορεί να προχωρήσει.