Ένας μηχανισμός εσωτερικού ελέγχου γενικεύεται αυτή την περίοδο στα σχολεία. Τα Σχέδια Αποτροπής Καπνίσματος που προωθούνται στις σχολικές μονάδες δεν περιορίζονται στην αυτονόητη απαγόρευση του καπνίσματος. Προβλέπουν ορισμό υπευθύνου και αναπληρωτή, τακτικούς ελέγχους σε μηνιαία βάση, έκτακτους ελέγχους και ειδικό «Βιβλίο Καταγραφής Ελέγχων και Διαπιστώσεων», όπου σημειώνονται η ημερομηνία, ο χώρος ελέγχου, η τυχόν παράβαση, οι ενέργειες που ακολούθησαν και η υπογραφή.
Σε αυτό το σημείο το θέμα γίνεται πολύ πιο σοβαρό. Στη σχολική μονάδα ο υπεύθυνος εφαρμογής δεν ορίζεται υποχρεωτικά ως ο διευθυντής ή ο προϊστάμενος. Τα σχέδια ζητούν από τη σχολική μονάδα να ορίσει έναν ή μία υπεύθυνο και τον ή την αναπληρωτή του. Άρα ο ρόλος μπορεί να ανατεθεί σε έναν οποιοδήποτε εκπαιδευτικό του σχολείου, σε έναν δάσκαλο ή μια δασκάλα, που θα κληθεί να ελέγχει τον ίδιο τον χώρο εργασίας του και, αναπόφευκτα, και τη συμπεριφορά συναδέλφων του.
Σε περίπτωση παράβασης ο υπεύθυνος καλείται να κάνει σύσταση και να καλέσει τα αρμόδια Όργανα Ελέγχου. Η σχετική Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) ορίζει τις υγειονομικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, την Ελληνική Αστυνομία, τη Δημοτική Αστυνομία και τις Λιμενικές Αρχές, ενώ δυνατότητα ελέγχου έχει και η Εθνική Αρχή Διαφάνειας.
Σε σχέδια που έχουν σταλεί στις σχολικές μονάδες αναγράφονται ενδεικτικά πρόστιμα 100 ευρώ για τον καπνιστή και 500 ευρώ για τον υπεύθυνο διαχείρισης, για τις όποιες παραλείψεις του.
Να ξεκαθαρίσουμε το αυτονόητο, ότι το κάπνισμα δεν έχει θέση στο σχολείο. Ούτε στις αίθουσες ούτε στα γραφεία ούτε στα προαύλια. Η προστασία των μαθητών, μαθητριών και των εργαζομένων από τον καπνό είναι υποχρέωση της Πολιτείας. Το ζήτημα όμως είναι το ποιος πρέπει να ασκεί τον έλεγχο και μέχρι πού μπορεί να φτάνει ο ρόλος ενός εκπαιδευτικού.
Η βασική νομική αφετηρία των νέων ρυθμίσεων είναι η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ 80727/ 15.11. 2019) υποχρεώνει τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης να καταρτίσουν σχέδιο ελέγχου του καπνίσματος και να ορίσουν υπεύθυνο ή υπευθύνους. Η ίδια ΚΥΑ όμως ορίζει ως θεσμοθετημένα Όργανα Ελέγχου τις υγειονομικές υπηρεσίες των ΟΤΑ, την Ελληνική Αστυνομία, τη Δημοτική Αστυνομία και τις Λιμενικές Αρχές. Σε αυτά αναθέτει τους τακτικούς, έκτακτους και κατόπιν καταγγελίας ελέγχους. Μάλιστα, οι τακτικοί έλεγχοι που προβλέπει η ΚΥΑ σε μηνιαία ή διμηνιαία βάση αφορούν αυτά τα επίσημα ελεγκτικά όργανα.
Οι μηνιαίοι εσωτερικοί έλεγχοι από τον ορισμένο εργαζόμενο και το ειδικό βιβλίο διαπιστώσεων δεν διατυπώνονται έτσι στην ΚΥΑ. Το μοντέλο αυτό εμφανίζεται καθαρά το 2020 στην Πολιτική Αποτροπής Καπνίσματος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας. Το 2022 η ίδια η ΕΑΔ καταγράφει ως πρακτική συμμόρφωσης σε δημόσιους φορείς τους τακτικούς ελέγχους από τους υπευθύνους και την καταγραφή τους σε βιβλίο διαπιστώσεων.
Το 2026 η ΕΑΔ, μετά από έλεγχο σε σχολική μονάδα, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε έγκυρο σχέδιο και ζήτησε από την εκπαιδευτική διοίκηση σαφείς οδηγίες, ώστε οι Διευθύνσεις Εκπαίδευσης να συντάξουν ενιαία Σχέδια Αποτροπής Καπνίσματος για τις σχολικές μονάδες της αρμοδιότητάς τους.
Και εδώ η αντικαπνιστική πολιτική αρχίζει να μετατρέπεται σε κάτι άλλο.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι αυτή η πολιτική δεν είναι μονόδρομος. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ζητά σχολεία πλήρως απαλλαγμένα από καπνό και νικοτίνη. Προτείνει όμως ένα συνολικό μοντέλο: πρόληψη, ενημέρωση, συμμετοχή μαθητών, προσωπικού και γονέων, βοήθεια σε όσους θέλουν να διακόψουν το κάπνισμα και συστηματική παρακολούθηση της εφαρμογής. Επιμένει μάλιστα ότι το θέμα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως πειθαρχική υπόθεση.
Στη Σουηδία τα δημόσια σχολεία λειτουργούν κατά κανόνα από τους δήμους, οι οποίοι είναι και οι εργοδότες των εκπαιδευτικών. Το κάπνισμα απαγορεύεται στις σχολικές αυλές, ενώ την επίσημη εποπτεία της απαγόρευσης ασκεί ο δήμος. Την ίδια στιγμή, η νομοθεσία επιτρέπει στον εργοδότη να προβλέψει ξεχωριστό χώρο καπνίσματος σε τμήμα που χρησιμοποιείται αποκλειστικά από το προσωπικό και στο οποίο δεν έχουν πρόσβαση οι μαθητές. Δεν είναι υποχρεωμένος να τον δημιουργήσει. Πρόκειται όμως για μια αποκαλυπτική διαφορετική λογική: αυστηρή προστασία των μαθητών, χωρίς να μετατρέπεται ένας εκπαιδευτικός σε εσωτερικό ελεγκτή των συναδέλφων του.
Αντίστοιχη διάκριση συναντάμε και αλλού. Στη Φινλανδία η απαγόρευση καλύπτει τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους των σχολείων, αλλά την εποπτεία της εφαρμογής αναλαμβάνουν οι δήμοι και, όπου πρόκειται για εργασιακούς χώρους, οι αρμόδιες αρχές υγείας και ασφάλειας στην εργασία. Στη Γαλλία το πλαίσιο είναι ακόμη αυστηρότερο: το κάπνισμα απαγορεύεται σε ολόκληρο το σχολικό συγκρότημα και πλέον και σε ζώνη γύρω από τις εισόδους. Και εκεί όμως η βεβαίωση παραβάσεων ανήκει σε θεσμοθετημένα δημόσια όργανα.
Στη χώρα μας όμως, ο έλεγχος μεταφέρεται μέσα στη σχέση μεταξύ συναδέλφων. Ο ένας καλείται να ελέγχει και να αναφέρει τον άλλο. Η λαϊκή λέξη είναι βαριά, αλλά δύσκολα αποφεύγεται: «ρουφιανιά». Η επιστημονική έρευνα για τις σχέσεις στον χώρο εργασίας προσφέρει εδώ έναν ακριβέστερο όρο: "οριζόντια επιτήρηση". Όταν η παρακολούθηση και ο έλεγχος δεν ασκούνται μόνο από μια ανώτερη ή αρμόδια αρχή, αλλά περνούν και στις σχέσεις μεταξύ συναδέλφων. Η έρευνα για την επιτήρηση στην εργασία έχει συνδέσει καταναγκαστικές μορφές ελέγχου με δυσπιστία, ανασφάλεια, άγχος και μείωση της επαγγελματικής αυτονομίας.
Στο σχολείο το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Η καθημερινή λειτουργία του Συλλόγου Διδασκόντων βασίζεται στη συνεργασία, στην αλληλοβοήθεια και στην εμπιστοσύνη. Τι αλλάζει όταν ένας ή μια από τους συναδέλφους αποκτά θεσμικά δύο ρόλους ταυτόχρονα, του συνεργάτη και του ελεγκτή; Και πόσο εύκολα μπορεί ένας τέτοιος μηχανισμός να παράγει καχυποψία, συγκρούσεις ή μια κουλτούρα όπου ο καθένας φροντίζει πρώτα να είναι υπηρεσιακά καλυμμένος και μετά να συνεργάζεται με τους άλλους;
Δεν είναι δύσκολο να δει κανείς εδώ μια συγγένεια με τη γενικότερη κατεύθυνση που έχει πάρει στη χώρα μας η διοίκηση της εκπαίδευσης τα τελευταία χρόνια: ΄΄αξιολόγηση΄΄, περισσότερη καταγραφή, περισσότερη τυποποιημένη λογοδοσία. Αυτό δεν αποδεικνύει γραμμικά ότι το αντικαπνιστικό σχέδιο αποτελεί κομμάτι της ίδιας εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Βάζει όμως ένα εύλογο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο η ανάγκη για λογοδοσία μπορεί να επεκτείνεται χωρίς να μεταβάλλει την επαγγελματική σχέση ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς;
Ένα σχολείο δεν λειτουργεί μόνο με κανόνες αλλά κυρίως με εμπιστοσύνη. Όταν η Πολιτεία μεταφέρει την επιτήρηση από τις αρμόδιες αρχές στους ίδιους τους εργαζόμενους, κανονικοποιεί την αλληλοεπιτήρηση, διαβρώνει την εμπιστοσύνη και μετατρέπει τον χώρο εργασίας από πεδίο συνεργασίας σε πεδίο ελέγχου, καχυποψίας και αμυντικών συμπεριφορών.