Η αφορμή για το άρθρο αυτό ήταν ο εύστοχος τίτλος ενός μικρού άρθρου της Alfavita, που παρουσίαζε τη Γεωγραφία ως ένα είδος «μαγείας».
Η Γεωγραφία υπήρξε για πολλά χρόνια, στα μάτια του μαθητή, η επιστήμη των χωρών, των πρωτευουσών, των ποταμών, των βουνών και των αριθμών: ένας κατάλογος ονομάτων και πληροφοριών που έπρεπε να απομνημονευθούν. Η σύγχρονη Γεωγραφία μπορεί, όμως, να γίνει κάτι πολύ περισσότερο: ένα πραγματικό μάθημα-Δέκαθλο γνώσεων. Όπως ο αθλητής του Δεκάθλου αγωνίζεται σε δέκα διαφορετικά αγωνίσματα, έτσι και η Γεωγραφία συνθέτει δέκα διαφορετικές γνωστικές συνιστώσες: Γεωλογία, Φυσική Γεωγραφία, Κλιματολογία, Ωκεανογραφία, Οικονομική Γεωγραφία, Οικολογία, Ανθρωπολογία και Πολιτισμό, Πολιτική Γεωγραφία, Γεωπολιτική και Γεωδαισία (Τοπογραφια). Η γενική συνισταμένη όλων αυτών είναι η ίδια η Γεωγραφία. Ο συνδετικός της ρόλος βρίσκεται ακριβώς στο ότι δεν αφήνει αυτές τις γνώσεις απομονωμένες, αλλά τις συνδέει μεταξύ τους: δεν ενδιαφέρεται μόνο για το πού βρίσκεται κάτι, αλλά και για το γιατί βρίσκεται εκεί και με τι συνδέεται. Έτσι, το βουνό, ο ποταμός, η θάλασσα, η πόλη, η οικονομία, η πολιτική, ο πολιτισμός και ο άνθρωπος παύουν να είναι ξεχωριστές πληροφορίες και γίνονται στοιχεία ενός ενιαίου πλέγματος σχέσεων. Η Γεωγραφία δεν είναι, λοιπόν, άθροισμα δέκα μαθημάτων, αλλά η σύνθεσή τους σε μια ενιαία κατανόηση της Γης, της Φύσης και του ανθρώπου.
Από τη Γεωλογία στον γεωγραφικό χώρο
Για να κατανοήσουμε τον γεωγραφικό χώρο, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τη βαθιά ιστορία της Γης. Η Γεωλογία μας δείχνει πώς σχηματίστηκαν τα πετρώματα, τα βουνά και οι πεδιάδες, πώς κινούνται οι τεκτονικές πλάκες, πώς δημιουργούνται τα ηφαίστεια και οι σεισμοί και πώς μεταβάλλεται διαρκώς το ανάγλυφο. Η Γεωγραφία παίρνει αυτή τη γνώση και τη μεταφέρει στον συγκεκριμένο χώρο όπου ζει ο άνθρωπος. Ένα ορεινό ανάγλυφο, ένας μεγάλος ποταμός ή μια εύφορη πεδιάδα δεν είναι μόνο γεωλογικά ή φυσικά δεδομένα. Δημιουργούν διαφορετικές δυνατότητες και περιορισμούς για την κατοίκηση, την καλλιέργεια, τις μετακινήσεις και την ανάπτυξη των κοινωνιών. Έτσι η Γεωλογία αποτελεί μία από τις βαθύτερες βάσεις της γεωγραφικής σκέψης.
Από τον χώρο στον άνθρωπο
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος εγκαθίσταται σε έναν συγκεκριμένο χώρο, η Γεωγραφία συναντά την Ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος δεν κατοικεί απλώς σε έναν φυσικό χώρο· τον μετατρέπει σε ανθρώπινο και πολιτισμικό χώρο. Καλλιεργεί τη γη, δημιουργεί οικισμούς και πόλεις, χαράζει δρόμους, κατασκευάζει λιμάνια, οργανώνει την παραγωγή και διαμορφώνει τρόπους ζωής ανάλογους με τις συνθήκες του τόπου. Η Ανθρωπολογία ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο μέσα στις κοινωνικές και πολιτισμικές του σχέσεις· η Γεωγραφία δείχνει πώς αυτές οι σχέσεις αποκτούν συγκεκριμένη χωρική μορφή. Δεν υπάρχει, επομένως, κοινωνία χωρίς τόπο ούτε τόπος χωρίς ανθρώπινη παρουσία και σημασία. Η Γεωγραφία γίνεται έτσι το πέρασμα από τη Φύση στον άνθρωπο και η Ανθρωπολογία το πέρασμα από τον άνθρωπο στην κοινωνία και τον πολιτισμό.
Η Γεωγραφία ως επιστήμη των σχέσεων
Ακριβώς γι' αυτό η Γεωγραφία μπορεί να λειτουργήσει ως συνδετικός κρίκος Γεωλογίας και Ανθρωπολογίας. Ξεκινά από τις φυσικές συνθήκες της Γης και φτάνει στις ανθρώπινες κοινωνίες, χωρίς να διακόπτει τη μεταξύ τους σχέση. Ένα κλίμα συνδέεται με τη βλάστηση, η βλάστηση με τη γεωργία, η γεωργία με την οικονομία, η οικονομία με την εγκατάσταση των πληθυσμών και αυτή με την οργάνωση της κοινωνικής ζωής. Ο χώρος, όμως, δεν είναι μόνο υλικός. Οι άνθρωποι του αποδίδουν σημασίες, δημιουργούν τόπους μνήμης, ιερούς χώρους, σύνορα και πολιτισμικά τοπία. Εδώ ακριβώς η Γεωγραφία συναντά την Ανθρωπολογία: μελετούν τον άνθρωπο όχι αφηρημένα, αλλά τον άνθρωπο μέσα στον τόπο του και τον τόπο όπως μετασχηματίζεται από τον άνθρωπο. Αυτό είναι το πραγματικό «Δέκαθλο» της Γεωγραφίας: η σύνθεση διαφορετικών γνώσεων σε μια ενιαία κατανόηση.
Ο άνθρωπος δεν είναι έξω από τη Φύση
Η σύνδεση αυτή οδηγεί σε μια βαθύτερη ανθρωπολογική διαπίστωση: ο άνθρωπος δεν αποτελεί κάτι έξω από τη Φύση. Είναι μέρος της, αλλά είναι ταυτόχρονα το ον που της δίνει κοινωνικές και πολιτισμικές μορφές. Ο ίδιος ποταμός μπορεί να είναι για μια κοινωνία πηγή ζωής και παραγωγής, για μια άλλη φυσικό σύνορο και για μια τρίτη ιερός τόπος. Η Ανθρωπολογία μάς βοηθά να κατανοήσουμε αυτές τις διαφορετικές σχέσεις του ανθρώπου με τον χώρο, ενώ η Γεωγραφία μας δείχνει τις υλικές και χωρικές προϋποθέσεις τους. Έτσι η μελέτη της σχέσης ανθρώπου και Φύσης δεν μπορεί να περιορίζεται ούτε στις φυσικές επιστήμες ούτε στις κοινωνικές. Χρειάζεται τη μεταξύ τους σύνδεση. Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η Εναρμόνιση: η αναζήτηση μιας σχέσης ανθρώπου και Φύσης που δεν αγνοεί ούτε τη φυσική πραγματικότητα ούτε την ανθρώπινη δημιουργικότητα.
Από τη γνώση των τόπων στην κατανόηση του Κόσμου
Αυτός θα έπρεπε να είναι και ο βασικός παιδαγωγικός στόχος της Γεωγραφίας. Ο μαθητής δεν χρειάζεται απλώς να γνωρίζει πού βρίσκεται ένας ποταμός, ένα βουνό ή μια πόλη. Χρειάζεται να κατανοεί γιατί οι πόλεις δημιουργήθηκαν σε συγκεκριμένες θέσεις, γιατί οι άνθρωποι εγκαταστάθηκαν κοντά σε ποτάμια και θάλασσες, πώς το κλίμα επηρεάζει την παραγωγή και πώς η ανθρώπινη δραστηριότητα μεταβάλλει το τοπίο. Τότε η γεωγραφική γνώση παύει να είναι κατάλογος πληροφοριών και γίνεται τρόπος σκέψης. Ο μαθητής μαθαίνει να βλέπει σχέσεις, αλληλεπιδράσεις και συνέπειες. Και αυτή η ικανότητα δεν είναι χρήσιμη μόνο στις εξετάσεις. Είναι μια μορφή Παιδείας που μπορεί να τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή, επειδή του επιτρέπει να κατανοεί καλύτερα τον κόσμο στον οποίο ζει.
Η Γεωγραφία που πρέπει να διδάσκεται
Η Γεωγραφία δεν πρέπει να διδάσκεται ως αποστήθιση ονομάτων και αριθμών, αλλά ως άσκηση στη σύνδεση της Γης, της Φύσης και του ανθρώπου. Στο Γυμνάσιο χρειάζεται να αποκτήσει μεγαλύτερη ουσιαστική παρουσία και στο Λύκειο να επανέλθει σε τρεις διαδοχικές μορφές: στην Α΄ Λυκείου, Φυσική Γεωγραφία με στοιχεία Γεωλογίας, μελέτη ηφαιστείων, παγετώνων, ορεινών αναγλύφων, φυσικών καταστροφών και βασικών στοιχείων Ωκεανογραφίας· στη Β΄ Λυκείου, Οικονομική Γεωγραφία, που παλαιότερα υπήρχε ως αυτοτελές μάθημα· και στη Γ΄ Λυκείου, σε σύνδεση με τη Βιολογία, Οικολογική Γεωγραφία, ως μελέτη των σχέσεων Φύσης, οργανισμών και ανθρώπινων κοινωνιών. Η διεύρυνση αυτή θα έδινε επίσης ουσιαστικότερο διδακτικό έργο στους αποφοίτους Γεωγραφίας του Χαροκοπείου, πολλοί από τους οποίους υπηρετούν σήμερα στο Γυμνάσιο με περιορισμένο ωράριο στο αντικείμενό τους και αναγκάζονται να συμπληρώνουν το πρόγραμμά τους με άλλα μαθήματα ή σε περισσότερα σχολεία.
Η Γεωγραφία ως βιωματική Παιδεία
Κυρίως όμως η Γεωγραφία θα μπορούσε να βγάλει τον μαθητή έξω από την τάξη. Τα μαθήματα θα μπορούσαν να συνδέονται με πολυήμερες εκπαιδευτικές εξορμήσεις, ακόμη και θερινές, σε ορεινά και νησιωτικά περιβάλλοντα. Δεν θα ήταν απλές τουριστικές εκδρομές, αλλά βιωματική Γεωγραφία: ο μαθητής θα έβλεπε με τα μάτια του όσα διδάχθηκε στην τάξη. Η ρωσική ταινία του 2013 «Ο Γεωγράφος ήπιε την υδρόγειό του» προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: μια εβδομαδιαία εξόρμηση στα Ουράλια γίνεται τόσο ισχυρό κίνητρο, ώστε ακόμη και αδιάφοροι μαθητές προσπαθούν περισσότερο στην ταξη για να συμμετάσχουν στην εκδρομη. Αυτή είναι μια δυνατότητα που λίγα άλλα μαθήματα μπορούν να προσφέρουν. Αντίθετα, η εξαντλητική διδασκαλία Φυσικής, Χημείας και Βιολογίας, συχνά με δύσκολες ασκήσεις και ελάχιστη εργαστηριακή εφαρμογή, υπηρετεί σε μεγάλο βαθμό τις Πανελλαδικές και μεγάλο μέρος αυτών των γνώσεων ξεχνιέται αμέσως μετά. Το σημερινο σχολείο χρειάζεται λιγότερη αποστήθιση για τις εξετάσεις και περισσότερη γνώση για τη ζωή.