Υπάρχουν πλέον πανεπιστημιακά τμήματα στα οποία οι πρωτοετείς φοιτητές μπορούν να χωρέσουν σε ένα ταξί, και όσο υπερβολική κι αν ακούγεται αυτή η εικόνα, περιγράφει με αρκετή ακρίβεια μια πραγματικότητα που έχει παγιωθεί στην ελληνική Ανώτατη Εκπαίδευση από το 2021, όταν εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και άλλαξε δραστικά ο τρόπος με τον οποίο γεμίζουν –ή δεν γεμίζουν– οι σχολές.
Από τότε, κάθε καλοκαίρι επανέρχεται το ίδιο σκηνικό: τμήματα με δεκάδες ή και εκατοντάδες διαθέσιμες θέσεις καταλήγουν να υποδέχονται μονοψήφιο αριθμό φοιτητών, ενώ χιλιάδες θέσεις παραμένουν κενές όχι επειδή δεν υπάρχουν υποψήφιοι που θα ήθελαν να σπουδάσουν, αλλά επειδή ο μηχανισμός της ΕΒΕ δεν τους επιτρέπει καν να δηλώσουν συγκεκριμένα τμήματα στο μηχανογραφικό τους.
Το πρόβλημα εμφανίστηκε ήδη από την πρώτη χρονιά εφαρμογής του μέτρου, όταν δεκάδες πανεπιστημιακά τμήματα βρέθηκαν με από μηδέν έως λίγες δεκάδες επιτυχόντες, όμως όσο περνούσαν τα χρόνια έγινε σαφές ότι δεν επρόκειτο για μια μεταβατική δυσλειτουργία, αλλά για μια νέα κανονικότητα, η οποία επηρεάζει ιδιαίτερα τμήματα της περιφέρειας, σχολές χαμηλής ζήτησης, γνωστικά αντικείμενα χωρίς ξεκάθαρα επαγγελματικά δικαιώματα και πανεπιστημιακές δομές που βρίσκονται σε πόλεις όπου το κόστος σπουδών είναι δυσβάσταχτο για μια μέση οικογένεια.
Το 2026, μάλιστα, η εικόνα έγινε ακόμη πιο χαρακτηριστική, καθώς υπήρξαν τμήματα με έναν, δύο, τέσσερις ή πέντε επιτυχόντες, ενώ σε άλλες περιπτώσεις εκατοντάδες θέσεις έμειναν κενές και ο αριθμός των νέων φοιτητών αντιστοιχούσε σε ένα μικρό κλάσμα της πραγματικής δυναμικότητας του τμήματος.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι τμήματα που προσέφεραν πάνω από 100 θέσεις και κατέληξαν με μόλις λίγους νέους φοιτητές, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για το πώς μπορεί να λειτουργήσει ακαδημαϊκά μια σχολή όταν ολόκληρο το πρώτο έτος αποτελείται από μια μικρή ομάδα ανθρώπων, μικρότερη ακόμη και από ένα σχολικό τμήμα Γυμνασίου.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Ένα πανεπιστημιακό τμήμα δεν είναι μια γραμμή σε έναν πίνακα ούτε ένας αριθμός στο μηχανογραφικό. Είναι καθηγητές, διοικητικοί υπάλληλοι, εργαστήρια, αίθουσες, υποδομές, εξοπλισμός, δημόσια χρηματοδότηση, έρευνα και ένα πλήρες πρόγραμμα σπουδών που έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί με μια στοιχειώδη φοιτητική κοινότητα, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις απλώς δεν υπάρχει.
Βεβαίως, θα ήταν εύκολο αλλά και λάθος να αποδοθεί όλο το φαινόμενο αποκλειστικά στην Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής.
Πολλά από τα σημερινά προβλήματα προϋπήρχαν, αφού ο ελληνικός ακαδημαϊκός χάρτης διαμορφώθηκε σε αρκετές περιπτώσεις χωρίς σταθερό σχεδιασμό, με τμήματα που ιδρύθηκαν για τοπικούς, πολιτικούς ή διοικητικούς λόγους, με αντικείμενα που επικαλύπτονται, με επαγγελματικά δικαιώματα που δεν είναι πάντα σαφή και με σχολές εγκατεστημένες σε πόλεις όπου ένας φοιτητής χρειάζεται πλέον ένα μικρό οικογενειακό εισόδημα μόνο και μόνο για να πληρώσει ενοίκιο, λογαριασμούς και βασικά έξοδα διαβίωσης.
Ωστόσο η ΕΒΕ προσθέτει μια πολύ συγκεκριμένη στρέβλωση: ακόμη κι όταν υπάρχει ενδιαφέρον για ένα τμήμα, ακόμη κι όταν υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις και ακόμη κι όταν ένας υποψήφιος θα το επέλεγε συνειδητά, δεν μπορεί να εισαχθεί αν βρίσκεται κάτω από το όριο που έχει διαμορφωθεί για τη συγκεκριμένη σχολή.
Έτσι δημιουργείται το παράδοξο να υπάρχουν ταυτόχρονα κενές θέσεις, άδεια αμφιθέατρα και νέοι που μένουν εκτός πανεπιστημίου.
Οι υποστηρικτές της ΕΒΕ επιμένουν ότι δεν είναι δυνατόν να εισάγονται στα ΑΕΙ υποψήφιοι με πολύ χαμηλές επιδόσεις και ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να διαθέτει ένα στοιχειώδες ακαδημαϊκό φίλτρο, ενώ οι επικριτές του μέτρου υποστηρίζουν ότι ένας μαθηματικός κόφτης δεν μπορεί να διορθώσει τα προβλήματα του ακαδημαϊκού χάρτη και καταλήγει να πλήττει κυρίως τα περιφερειακά ιδρύματα.