Υπάρχουν λέξεις που περιγράφουν με ακρίβεια εκείνες τις στιγμές όπου τα λόγια δεν αρκούν. Όταν ένα γεγονός είναι τόσο συγκλονιστικό ώστε μένουμε χωρίς φωνή, λέμε ότι είμαστε άναυδοι. Όταν, αντίθετα, η υπομονή μας έχει εξαντληθεί και δεν αντέχουμε άλλο, λέμε ότι απηυδήσαμε.
Οι δύο λέξεις χρησιμοποιούνται συχνά στην καθημερινή γλώσσα, όμως πίσω τους κρύβεται μια ενδιαφέρουσα ιστορία με ρίζες στην αρχαιότητα.
Άναυδος: Όταν το σοκ σου κόβει τη φωνή
Η λέξη άναυδος περιγράφει τον άνθρωπο που, μπροστά σε κάτι απρόσμενο, τρομακτικό ή συγκλονιστικό, αδυνατεί προσωρινά να μιλήσει.
Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ἀναύδος, η οποία σχηματίζεται από το στερητικό «αν-» και τη λέξη «αὐδή», που σημαίνει φωνή. Επομένως, άναυδος είναι κυριολεκτικά εκείνος που μένει χωρίς φωνή.
Στην ίδια νοηματική περιοχή βρίσκονται λέξεις όπως άφωνος, άλαλος και ενεός, ενώ η λέξη κεχηνώς περιγράφει εκείνον που μένει με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη ή την απορία.
Η αντίδραση αυτή μπορεί να εμφανιστεί μπροστά σε ένα ισχυρό ψυχικό σοκ. Κάποιες φορές ο άνθρωπος μένει άφωνος, άλλες αισθάνεται ότι «παγώνει» ή ότι δεν μπορεί να αντιδράσει. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως «εμβρόντητος», «κεραυνοβολημένος», «αποσβολωμένος» ή «στήλη άλατος».
Απηύδησα: Όταν τελειώνει κάθε απόθεμα υπομονής
Η φράση «έχω απαυδήσει» ή «απηύδησα» χρησιμοποιείται όταν κάποιος έχει κουραστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην αντέχει πλέον να συνεχίσει την ίδια κατάσταση.
Το ρήμα απαυδώ έχει αρχαιοελληνική προέλευση. Αρχικά συνδεόταν με τη σημασία «αρνούμαι» ή «σταματώ να μιλώ». Με την πάροδο του χρόνου, η σημασία του μετατοπίστηκε προς την έννοια της μεγάλης κόπωσης και της εξάντλησης, σαν να έχει κάποιος φτάσει στο σημείο να μην έχει πια ούτε φωνή ούτε διάθεση να συνεχίσει.
Σήμερα, όταν κάποιος λέει «απηύδησα», δηλώνει ότι έχει εξαντλήσει την υπομονή του, ότι έχει αγανακτήσει ή ότι δεν μπορεί να ανεχθεί άλλο μια συγκεκριμένη κατάσταση.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο σωστός τύπος είναι απαυδώ και όχι «απηυδώ». Η σύγχυση πιθανότατα οφείλεται στον τύπο του αορίστου απηύδησα, ο οποίος είναι πολύ πιο συνηθισμένος στην καθημερινή χρήση.
Η κοινή ρίζα των δύο λέξεων
Παρά τις διαφορετικές σημασίες τους, οι λέξεις άναυδος και απαυδώ συνδέονται με την αρχαία λέξη αὐδή, δηλαδή τη φωνή του ανθρώπου.
Η ίδια γλωσσική ρίζα συνδέεται με λέξεις που σχετίζονται με την ομιλία, το τραγούδι και τη μουσική, όπως ωδή, αοιδός, ραψωδός, άσμα, μελωδία, τραγωδία και αηδόνι.
Έτσι, η γλώσσα αποτυπώνει με ιδιαίτερο τρόπο τη σχέση ανάμεσα στη φωνή και στο συναίσθημα. Από τη μία πλευρά, το σοκ μπορεί να μας αφήσει άφωνους. Από την άλλη, η συνεχής πίεση και η ψυχική κόπωση μπορεί να μας κάνουν να αισθανθούμε ότι δεν έχουμε πια ούτε τη δύναμη να μιλήσουμε.
Οι δύο λέξεις δεν είναι απλώς εκφράσεις της καθημερινότητας. Κουβαλούν αιώνες γλωσσικής ιστορίας και περιγράφουν δύο πολύ ανθρώπινες καταστάσεις: τη στιγμή που χάνουμε τη φωνή μας από την έκπληξη και τη στιγμή που χάνουμε την υπομονή μας από την εξάντληση.