Υπάρχουν δάσκαλοι που περνούν από τη ζωή μας και, μαζί με τα τετράδια, τα διαγωνίσματα και τις σχολικές χρονιές, χάνονται σιγά σιγά μέσα στη μνήμη, και υπάρχουν κι εκείνοι οι λίγοι που παραμένουν εκεί ακόμη και δεκαετίες αργότερα, όταν έχουμε ξεχάσει πια πώς έγραφαν στον πίνακα, ποιο μάθημα έκαναν εκείνο το πρωινό ή τι βαθμό μας είχαν βάλει σε ένα διαγώνισμα.
Αυτούς τους θυμόμαστε για έναν διαφορετικό λόγο: επειδή κάποτε μας κοίταξαν λίγο διαφορετικά, επειδή σε μια ηλικία κατά την οποία προσπαθούσαμε ακόμη να ανακαλύψουμε ποιοι είμαστε αρνήθηκαν να μας περιορίσουν στην ταμπέλα του «καλού», του «μέτριου», του «αδύναμου», του «αδιάφορου» ή του «δύσκολου» μαθητή και είδαν πίσω από όλα αυτά ένα παιδί που προσπαθούσε να βρει τη θέση του.
Και μερικές φορές αυτό ήταν αρκετό.
Δεν ήταν απαραίτητα ο εύκολος δάσκαλος
Ο δάσκαλος που αγαπήσαμε δεν ήταν αναγκαστικά εκείνος που έβαζε υψηλούς βαθμούς, δεν έδινε εργασίες ή μας άφηνε να κάνουμε ό,τι θέλουμε. Μπορεί, αντίθετα, να ήταν απαιτητικός, να μας επέστρεφε ένα γραπτό ζητώντας να το ξαναδουλέψουμε και να μη δεχόταν εύκολα το «δεν μπορώ», μόνο που υπήρχε μια ουσιαστική διαφορά: ποτέ δεν μας έκανε να αισθανθούμε ότι ένα λάθος, μια αποτυχία ή ένας χαμηλός βαθμός περιέγραφε ολόκληρο τον εαυτό μας.
Δεν αποφάσιζε στα δέκα, στα δεκατρία ή στα δεκαέξι μας χρόνια ποιο ήταν το «ταβάνι» μας και δεν χρησιμοποιούσε εκείνη την καταστροφική φράση «δεν παίρνεις τα γράμματα», γιατί γνώριζε ότι η επίδοση καταγράφει μια συγκεκριμένη στιγμή και όχι το μέλλον ενός παιδιού.
Στα χέρια του το «δεν το ξέρεις» μπορούσε να γίνει «δεν το έχεις μάθει ακόμη» και αυτό το μικρό «ακόμη» περιείχε μια ολόκληρη παιδαγωγική φιλοσοφία: την πίστη ότι ο μαθητής μπορεί να προχωρήσει.
Έβλεπε και το παιδί που δεν φαινόταν
Κάθε σχολική τάξη έχει τους μαθητές που εύκολα κερδίζουν την προσοχή και εκείνους που μπορούν να περάσουν ολόκληρη τη χρονιά σχεδόν απαρατήρητοι. Υπάρχει το παιδί που σηκώνει συνεχώς το χέρι, απαντά γρήγορα και παίρνει καλούς βαθμούς, αλλά υπάρχει και εκείνο που κάθεται στα πίσω θρανία, δεν μιλά, δεν ζητά βοήθεια και ίσως έχει ήδη συνηθίσει να ακούει ότι «δεν ενδιαφέρεται».
Μπορεί όμως πίσω από αυτή τη φαινομενική αδιαφορία να υπάρχουν ανασφάλειες, δυσκολίες στο σπίτι, φόβος αποτυχίας, κοινωνικές ανισότητες, μαθησιακά κενά ή απλώς η πεποίθηση ότι το σχολείο δεν είναι φτιαγμένο γι' αυτό.
Ο δάσκαλος που αγαπήσαμε δεν βιαζόταν να βάλει μια ετικέτα. Πλησίαζε, ρωτούσε, παρατηρούσε και προσπαθούσε να καταλάβει τι κρύβεται πίσω από τη σιωπή, την άρνηση ή ακόμη και την επιθετικότητα, γνωρίζοντας ότι πολλές φορές ο μαθητής που φαίνεται να απορρίπτει περισσότερο το σχολείο είναι εκείνος που έχει προηγουμένως αισθανθεί περισσότερο απορριμμένος από αυτό.
Δεν μας αντιμετώπιζε σαν άδεια δοχεία
Ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού που μένει στη μνήμη: δεν αντιμετωπίζει τον μαθητή σαν ένα άδειο δοχείο στο οποίο πρέπει να τοποθετηθούν πληροφορίες, ώστε αργότερα αυτές να επιστραφούν όσο το δυνατόν πιο σωστά σε ένα διαγώνισμα.
Γνωρίζει ότι κάθε παιδί μπαίνει στην τάξη κουβαλώντας ήδη έναν ολόκληρο κόσμο από εμπειρίες, φόβους, απορίες και απόψεις, ακόμη κι αν δεν διαθέτει πάντοτε τις λέξεις για να τον εκφράσει, και γι' αυτό δεν αρκείται στο σχήμα «εγώ μιλάω και εσύ ακούς», αλλά αφήνει χώρο για ερωτήσεις, αμφιβολίες, διαφωνίες και εκείνο το παιδικό «γιατί;» που μερικές φορές είναι πολύ σημαντικότερο από τη σωστή απάντηση.
Γιατί πραγματική εκπαίδευση δεν είναι να μάθει ο μαθητής να επαναλαμβάνει τις απαντήσεις του δασκάλου, αλλά να αποκτήσει σταδιακά την αυτοπεποίθηση να διατυπώνει τις δικές του ερωτήσεις, να επιχειρηματολογεί, να αμφιβάλλει, να συγκρίνει και τελικά να σκέφτεται μόνος του.
Δεν χρειαζόταν να ταπεινώσει για να επιβληθεί
Ο δάσκαλος που αγαπήσαμε γνώριζε και κάτι ακόμη, που ίσως δεν γράφεται σε κανένα αναλυτικό πρόγραμμα: ότι ένα παιδί μπορεί να ξεχάσει γρήγορα το λάθος που έκανε, αλλά να θυμάται για χρόνια την ταπείνωση που ένιωσε όταν κάποιος το γελοιοποίησε μπροστά στους συμμαθητές του.
Γι' αυτό δεν χρησιμοποιούσε την ειρωνεία ως μέσο επιβολής, δεν καλούσε έναν μαθητή στον πίνακα για να αποδείξει δημόσια ότι δεν ξέρει και δεν χρειαζόταν να μικρύνει το παιδί για να μεγαλώσει ο ίδιος. Μπορούσε να είναι αυστηρός χωρίς να γίνεται προσβλητικός, να βάζει όρια χωρίς να ταπεινώνει και να διορθώνει χωρίς να πληγώνει.
Αυτό, άλλωστε, είναι πραγματικό κύρος: να σε σέβονται χωρίς να χρειάζεται να σε φοβούνται.
Η σχέση προηγείται της πλατφόρμας
Το σημερινό σχολείο ζητά από τον εκπαιδευτικό όλο και περισσότερα: φόρμες, δείκτες, σχέδια, αξιολογήσεις, πρακτικά, πλατφόρμες, προγράμματα, δράσεις και αποδείξεις ότι όλα πραγματοποιήθηκαν όπως προβλέπεται. Όλα αυτά μπορεί να έχουν τη θέση και τη χρησιμότητά τους, όμως υπάρχει ένα κομμάτι της εκπαίδευσης που καμία πλατφόρμα δεν μπορεί να καταγράψει πραγματικά.
Είναι η στιγμή που ο καθηγητής αντιλαμβάνεται ότι ένα παιδί δεν είναι καλά, η σύντομη κουβέντα στο διάλειμμα, η δεύτερη εξήγηση σε εκείνον που ντρέπεται να παραδεχτεί ότι δεν κατάλαβε, ένα «μην απογοητεύεσαι» ύστερα από μια αποτυχία ή ακόμη και ένα βλέμμα που λέει απλώς «σε είδα».
Αν ένα σχολείο καταφέρει να οργανώσει άψογα τους δείκτες, τα αρχεία και τις διαδικασίες του αλλά δεν αφήσει χρόνο για τη σχέση ανάμεσα στον μαθητή και στον εκπαιδευτικό, τότε κινδυνεύει να έχει οργανώσει τέλεια το περίβλημα και να έχει χάσει την ουσία.
Μας έκανε να θέλουμε να μάθουμε
Δεν θυμόμαστε τον δάσκαλο που αγαπήσαμε επειδή απλώς ολοκλήρωνε την ύλη εγκαίρως, αλλά επειδή στα χέρια του η ύλη αποκτούσε νόημα και υπήρχε πάντοτε μια γέφυρα ανάμεσα στο βιβλίο και στον πραγματικό κόσμο.
Η Ιστορία έπαυε να είναι απλώς ημερομηνίες, η Λογοτεχνία δεν περιοριζόταν στα σχήματα λόγου, η Φυσική δεν ήταν μόνο τύποι και τα Μαθηματικά δεν ήταν μια σειρά ασκήσεων που έπρεπε να ολοκληρωθούν πριν χτυπήσει το κουδούνι. Ο καλός εκπαιδευτικός είχε την ικανότητα να γεννά απορίες και να κάνει τον μαθητή να αναρωτιέται γιατί συμβαίνουν τα πράγματα και γιατί αξίζει να τα γνωρίζει.
Ίσως γι' αυτό, όταν ένα παιδί ρωτούσε «και γιατί πρέπει να το μάθω αυτό;», δεν έβλεπε απαραίτητα αυθάδεια. Έβλεπε μια ευκαιρία για πραγματικό μάθημα.
Κάποτε πίστεψε σε εμάς πριν πιστέψουμε εμείς
Πολλοί άνθρωποι μπορούν, χρόνια αργότερα, να θυμηθούν μια μικρή σχολική στιγμή που αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από όσο φαινόταν τότε: έναν καθηγητή που είπε «γράφεις ωραία», «έχεις κλίση σε αυτό», «μην το εγκαταλείψεις» ή απλώς «προσπάθησε άλλη μία φορά».
Για τον εκπαιδευτικό μπορεί να ήταν μια φράση λίγων δευτερολέπτων, για το παιδί όμως ίσως ήταν η πρώτη φορά που ένας ενήλικος του έδειξε μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού του, μια δυνατότητα που το ίδιο δεν είχε ακόμη φανταστεί.
Και αυτή είναι μια από τις παράξενες ομορφιές του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού: συχνά δεν μαθαίνει ποτέ πόσο μακριά ταξίδεψαν οι λέξεις του, γιατί το πραγματικό τους αποτέλεσμα μπορεί να εμφανιστεί ύστερα από είκοσι ή τριάντα χρόνια.
Ο δάσκαλος που αγάπησα
Ο δάσκαλος που αγαπήσαμε δεν ήταν τέλειος. Κουραζόταν, θύμωνε, έκανε λάθη και κάποιες φορές μπορεί να ήταν άδικος, είχε όμως τη δύναμη να το αναγνωρίσει και, όταν χρειαζόταν, να ζητήσει συγγνώμη, δείχνοντας στην πράξη ότι το κύρος δεν προϋποθέτει το αλάθητο και ότι ο σεβασμός δεν χτίζεται πάνω στον φόβο.
Τα χρόνια περνούν και πολλά από όσα συνέβησαν στο σχολείο ξεθωριάζουν. Ξεχνάμε κεφάλαια, ασκήσεις, βαθμούς και διαγωνίσματα, όμως θυμόμαστε πολύ καθαρά πώς αισθανόμασταν μέσα στην τάξη ενός συγκεκριμένου ανθρώπου: αν φοβόμασταν να κάνουμε λάθος ή αν τολμούσαμε να προσπαθήσουμε, αν αισθανόμασταν αόρατοι ή αν κάποιος μας έβλεπε, αν το σχολείο ήταν ένας χώρος όπου απλώς έπρεπε να υπακούμε ή ένας τόπος όπου μπορούσαμε να μεγαλώνουμε.
Γιατί το πραγματικό μέτρο ενός μεγάλου δασκάλου δεν είναι πόσο γρήγορα ολοκλήρωσε την ύλη, ούτε πόσα διαγωνίσματα έβαλε ή πόσα κουτάκια συμπλήρωσε, αλλά πόσους μαθητές βοήθησε να φύγουν από την τάξη του λίγο πιο δυνατοί, λίγο πιο σίγουροι και λίγο πιο όρθιοι απ' όσο μπήκαν.
Ο δάσκαλος που αγάπησα δεν μου έμαθε απλώς τις σωστές απαντήσεις. Μου έμαθε ότι έχω το δικαίωμα να κάνω ερωτήσεις.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα που μπορεί να δώσει ποτέ ένας δάσκαλος.