Υπάρχει μια φράση που ακούγεται όλο και συχνότερα στα γραφεία των εκπαιδευτικών, στις συζητήσεις μετά το τελευταίο κουδούνι, ακόμη και ανάμεσα σε ανθρώπους που πριν από μερικά χρόνια δεν μπορούσαν να φανταστούν τον εαυτό τους μακριά από την τάξη:
«Δεν ξέρω πόσο ακόμη θα αντέξω».
Δεν τη λένε απαραίτητα άνθρωποι που κουράστηκαν να διδάσκουν, ούτε εκπαιδευτικοί που έχασαν την αγάπη τους για τα παιδιά, αλλά πολλές φορές ακριβώς εκείνοι που μπήκαν στο σχολείο πιστεύοντας βαθιά σε αυτό που κάνουν και οι οποίοι, ύστερα από χρόνια πίεσης, αισθάνονται ότι το επάγγελμα που επέλεξαν έχει αλλάξει τόσο ώστε δυσκολεύονται πλέον να αναγνωρίσουν μέσα του τον λόγο για τον οποίο το αγάπησαν.
Ο Χρήστος Κάτσικας, σε πρόσφατη αρθρογραφία του για το ζήτημα, μεταφέρει τη φράση ενός δασκάλου του Πειραιά που συμπυκνώνει ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε πίνακα αυτή την αντίφαση: «Λατρεύω το σχολείο μου, τους μαθητές μου και τη δουλειά μου, αλλά θέλω να φύγω τρέχοντας».
Αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Δεν φεύγουν πάντοτε επειδή δεν αγαπούν τη δουλειά.
Μερικές φορές θέλουν να φύγουν ακριβώς επειδή δεν αντέχουν άλλο τον τρόπο με τον οποίο αναγκάζονται να την κάνουν.
Οι αριθμοί που χτυπούν καμπανάκι
Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν επιτρέπουν να αποδοθεί κάθε συνταξιοδότηση ή παραίτηση στην εργασιακή εξουθένωση – ένα σημαντικό μέρος των αποχωρήσεων συνδέεται προφανώς και με την ηλικιακή σύνθεση του εκπαιδευτικού προσωπικού –, δείχνουν όμως μια έντονη κινητικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Για το 2026 καταγράφηκαν, μετά τις ανακλήσεις, 5.043 αιτήσεις παραίτησης και αυτοδίκαιες αποχωρήσεις εκπαιδευτικών, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν από τον εκπαιδευτικό αναλυτή «Patreas» και παρουσίασε ο Χρήστος Κάτσικας.
Μόνο στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση της Αττικής καταγράφηκαν φέτος 746 συνταξιοδοτήσεις, αριθμός αυξημένος κατά 38,4% σε σχέση με την προηγούμενη καταγραφή, ενώ στοιχεία των αιρετών του ΑΠΥΣΠΕ Αττικής καταγράφουν παράλληλα εκατοντάδες παραιτήσεις από θέσεις στελεχών και άδειες άνευ αποδοχών τα τελευταία χρόνια.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό ίσως είναι το γεγονός ότι οι παραιτήσεις δεν περιορίζονται στους εκπαιδευτικούς της τάξης.
Στην Αττική έχουν καταγραφεί εκατοντάδες αποχωρήσεις διευθυντών και προϊσταμένων από θέσεις ευθύνης, ένα φαινόμενο που έχει συνδεθεί από αιρετούς εκπροσώπους με τον αυξανόμενο διοικητικό φόρτο και την επαγγελματική εξουθένωση.
Όταν άνθρωποι που επιδίωξαν μια θέση ευθύνης ζητούν στη συνέχεια να απαλλαγούν από αυτήν, κάτι αξίζει να εξεταστεί σοβαρά.
Υπάρχει όμως και η παραίτηση χωρίς αίτηση παραίτησης
Το μεγαλύτερο πρόβλημα μπορεί να μην καταγράφεται σε κανένα υπηρεσιακό συμβούλιο.
Είναι η σιωπηλή παραίτηση.
Ο εκπαιδευτικός συνεχίζει να προσέρχεται κανονικά στο σχολείο, κάνει το μάθημά του, συμπληρώνει τα έγγραφά του και συμμετέχει στις συνεδριάσεις, αλλά εκείνη η διάθεση να δημιουργήσει κάτι περισσότερο, να οργανώσει μια δράση, να δοκιμάσει μια διαφορετική μέθοδο, να μείνει λίγο παραπάνω με έναν μαθητή, αρχίζει να υποχωρεί.
Σε πρόσφατο κείμενό του ο Χρήστος Κάτσικας μεταφέρει τη μαρτυρία εκπαιδευτικού με 16 χρόνια υπηρεσίας: «Δεν πάει άλλο… έχω παραιτηθεί μέσα μου». Η ίδια περιγράφει τάξεις με 27 παιδιά, διαρκή θόρυβο, αυξανόμενα καθήκοντα και συνθήκες που την έχουν οδηγήσει, όπως λέει, σε επαγγελματική εξουθένωση.
Αυτή η μορφή φυγής είναι ίσως η πιο επικίνδυνη.
Γιατί δεν δημιουργεί αμέσως ένα κενό στο ωρολόγιο πρόγραμμα.
Δημιουργεί όμως ένα κενό μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο που διδάσκει.
Από τον πίνακα στις πλατφόρμες
Στο κέντρο της δυσφορίας πολλών εκπαιδευτικών βρίσκεται η αίσθηση ότι το παιδαγωγικό τους έργο καταλαμβάνει όλο και μικρότερο μέρος της πραγματικής επαγγελματικής τους ζωής.
Αξιολογήσεις, σχέδια δράσης, αποτιμήσεις, δείκτες, πλατφόρμες, ηλεκτρονικές καταχωρίσεις, προγράμματα, διαρκείς εγκύκλιοι, προθεσμίες, υπεύθυνες δηλώσεις, πρακτικά και μια ατελείωτη αλυσίδα διοικητικών απαιτήσεων προστίθενται στο βασικό έργο της διδασκαλίας.
Ο Χρήστος Κάτσικας έχει περιγράψει επανειλημμένα αυτή τη μετατόπιση, θέτοντας το ερώτημα αν το σύστημα επιθυμεί τελικά εκπαιδευτικούς που διδάσκουν ή υπαλλήλους που διεκπεραιώνουν εντολές, ενώ έχει καταγράψει μαρτυρίες εκπαιδευτικών που αισθάνονται ότι ένα σημαντικό μέρος της ενέργειάς τους καταναλώνεται πλέον σε εξωδιδακτικές υποχρεώσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι το σχολείο δεν πρέπει να λογοδοτεί ή να οργανώνεται.
Είναι ότι, όταν η λογοδοσία γίνεται αυτοσκοπός, κάποια στιγμή ο εκπαιδευτικός μπορεί να γνωρίζει καλύτερα αν συμπλήρωσε την πλατφόρμα από το αν ο μαθητής στο τελευταίο θρανίο κατάλαβε το μάθημα.
Η αξιολόγηση ως ακόμη ένα πεδίο πίεσης
Στην ένταση αυτή προστίθεται τα τελευταία χρόνια και η σύγκρουση γύρω από την ατομική αξιολόγηση και τη γενικότερη κατεύθυνση της εκπαιδευτικής πολιτικής.
Για μεγάλο μέρος του εκπαιδευτικού κινήματος, η αξιολόγηση δεν βιώνεται ως διαδικασία παιδαγωγικής βελτίωσης αλλά ως μηχανισμός ενίσχυσης της ιεραρχίας, του ελέγχου και της συμμόρφωσης, ιδιαίτερα όταν συνδέεται με πειθαρχικές διαδικασίες και πιέσεις προς εκπαιδευτικούς που συμμετέχουν σε συλλογικές αποφάσεις.
Ο Κάτσικας έχει συνδέσει το «κύμα φυγής» στελεχών και εκπαιδευτικών με ένα σχολικό περιβάλλον εντατικοποίησης, πίεσης και αυξανόμενης διοικητικής αυθαιρεσίας, επισημαίνοντας ότι η εκπαιδευτική πολιτική μπορεί να μετατρέψει ακόμη και μια θέση ευθύνης από δυνατότητα δημιουργίας σε θέση καθημερινής φθοράς.
Και εδώ βρίσκεται μια σοβαρή αντίφαση:
Το σύστημα ζητά συνεχώς από τον εκπαιδευτικό να είναι δημιουργικός, καινοτόμος και εμπνευσμένος, την ίδια στιγμή που συχνά τον αντιμετωπίζει με περισσότερο έλεγχο και λιγότερη εμπιστοσύνη.
Δύο σπίτια, ένας μισθός και μια βαλίτσα
Για τους νεότερους εκπαιδευτικούς η πίεση παίρνει ακόμη πιο υλική μορφή.
Ο αναπληρωτής ή ο νεοδιόριστος που τοποθετείται εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας του πρέπει πολλές φορές να συντηρήσει δύο σπίτια με έναν μισθό, να πληρώνει υψηλά ενοίκια σε τουριστικές περιοχές, ακτοπλοϊκά εισιτήρια, καύσιμα και μετακινήσεις, ενώ δεν είναι σπάνιο να συμπληρώνει το ωράριό του σε περισσότερες από μία σχολικές μονάδες.
Η φετινή σχολική χρονιά άρχισε με 29.908 προσλήψεις αναπληρωτών, την ώρα που, σύμφωνα με τις καταγραφές που επικαλείται ο Κάτσικας, είχαν δηλωθεί 51.261 κενά, αφήνοντας πάνω από 21.000 ανάγκες ακάλυπτες μετά την Α΄ φάση.
Αυτοί οι αριθμοί σημαίνουν στην πράξη εκπαιδευτικούς που μετακινούνται από σχολείο σε σχολείο, ανθρώπους που αντιμετωπίζονται σαν «τιραμόλα» για να συμπληρωθούν ώρες και προγράμματα και μια γενιά αναπληρωτών που επί χρόνια ζει με μια βαλίτσα στο χέρι.
Κάποια στιγμή, η μόνιμη θέση παύει να μοιάζει με ανταμοιβή όταν συνοδεύεται από χρόνια οικονομικής και προσωπικής εξάντλησης.
Και ύστερα υπάρχουν οι γονείς
Οι γονείς είναι και πρέπει να παραμείνουν οι φυσικοί σύμμαχοι των εκπαιδευτικών.
Στη μεγάλη τους πλειονότητα αυτό ακριβώς είναι.
Όμως τα τελευταία χρόνια καταγράφονται και περιπτώσεις στις οποίες η εύλογη αγωνία μιας οικογένειας για το παιδί της μετατρέπεται σε επιθετικότητα απέναντι στον εκπαιδευτικό.
Αναφορές.
Απειλές.
Μηνύσεις.
Δικηγορικά εξώδικα.
Απαίτηση αλλαγής βαθμού.
Πίεση επειδή επιβλήθηκε μια παιδαγωγική συνέπεια.
Αμφισβήτηση κάθε παρατήρησης του εκπαιδευτικού προς το παιδί.
Ο Κάτσικας έχει γράψει χαρακτηριστικά για ένα σχολείο που αρχίζει να επικοινωνεί «διά μέσου δικηγόρων», υποστηρίζοντας ότι όταν κάθε παιδαγωγική διαφωνία κινδυνεύει να μετατραπεί σε νομική αντιπαράθεση, υπονομεύεται η ίδια η σχέση εμπιστοσύνης στην οποία στηρίζεται η λειτουργία του σχολείου.
Σε άλλη παρέμβασή του καταγράφει περιστατικά απειλών, αναφορών και μηνύσεων από γονείς, επισημαίνοντας την ανασφάλεια που δημιουργείται όταν ο εκπαιδευτικός αισθάνεται ότι κάθε δύσκολη παιδαγωγική απόφαση μπορεί να τον οδηγήσει να απολογείται έξω από το σχολείο.
Δεν πρόκειται φυσικά για όλους τους γονείς.
Αλλά δεν χρειάζεται να είναι όλοι.
Αρκούν λίγες τέτοιες περιπτώσεις μέσα σε μια χρονιά για να μετατρέψουν την καθημερινότητα ενός σχολείου σε μόνιμη άσκηση αυτοπροστασίας.
Και οι μαθητές έχουν αλλάξει – επειδή έχει αλλάξει και η κοινωνία
Υπάρχει και μια πραγματικότητα που δεν πρέπει ούτε να δαιμονοποιείται ούτε να αποσιωπάται.
Οι εκπαιδευτικοί έρχονται αντιμέτωποι με ολοένα πιο σύνθετες συμπεριφορές μαθητών: έντονες συγκρούσεις, λεκτική βία, αμφισβήτηση κάθε ορίου, περιστατικά σωματικής επιθετικότητας, προβληματική χρήση κινητών και κοινωνικών δικτύων, ακόμη και περιπτώσεις όπου η βία καταγράφεται σε βίντεο και μετατρέπεται σε «περιεχόμενο».
Ο Κάτσικας έχει μιλήσει για τάξεις στις οποίες η βία, ο φανατισμός και η αντικοινωνική συμπεριφορά κάνουν πολύ δυσκολότερο το παιδαγωγικό έργο.
Αλλά θα ήταν λάθος να σταματήσει η συζήτηση στη φράση «τα παιδιά χάλασαν».
Τα παιδιά δεν μεγαλώνουν σε κενό.
Κουβαλούν στο σχολείο τις εντάσεις της οικογένειας, την οικονομική ανασφάλεια, την κουλτούρα της οθόνης, την επιθετικότητα του δημόσιου λόγου, τον ανταγωνισμό, τις ψυχικές δυσκολίες και έναν κόσμο στον οποίο η υπομονή και ο διάλογος δεν βρίσκονται ακριβώς στην καλύτερη περίοδό τους.
Το σχολείο καλείται να διαχειριστεί όλα αυτά.
Αλλά πολύ συχνά καλείται να τα διαχειριστεί μόνο του.
Ο εκπαιδευτικός έγινε ο άνθρωπος που πρέπει να λύνει τα πάντα
Ο σύγχρονος εκπαιδευτικός καλείται να είναι ταυτόχρονα δάσκαλος, παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαμεσολαβητής, γραμματέας, τεχνικός υπολογιστών, υπεύθυνος προγραμμάτων και πολλές φορές άνθρωπος πρώτης γραμμής σε οικογενειακές ή κοινωνικές κρίσεις για τις οποίες δεν έχει ούτε την εκπαίδευση ούτε τη θεσμική υποστήριξη.
Και ύστερα, όταν κάτι δεν πάει καλά, είναι συχνά ο πρώτος που καλείται να απολογηθεί.
Ο Κάτσικας έχει χρησιμοποιήσει για αυτή τη συνθήκη την εικόνα μιας διαρκούς απαξίωσης, στοχοποίησης και ενοχοποίησης των εκπαιδευτικών, επισημαίνοντας ότι ακόμη και ο μόνιμος διορισμός δεν αρκεί πλέον για να αντισταθμίσει σε όλες τις περιπτώσεις τις συνθήκες εργασίας.
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι να φύγουν 5.000 – είναι να θέλουν να φύγουν πολύ περισσότεροι
Μια παραίτηση φαίνεται.
Έχει ημερομηνία.
Καταγράφεται σε έναν πίνακα.
Η εσωτερική παραίτηση όμως δεν καταγράφεται πουθενά.
Και μπορεί να αφορά ανθρώπους 35, 40 ή 45 ετών που κοιτούν μπροστά τους άλλα είκοσι χρόνια υπηρεσίας και αναρωτιούνται αν θέλουν πραγματικά να τα ζήσουν έτσι.
Αν ένας έμπειρος εκπαιδευτικός επιλέγει την πρώτη στιγμή που μπορεί να συνταξιοδοτηθεί, ακόμη και γνωρίζοντας ότι θα χάσει ένα σημαντικό ποσό από το μηνιαίο εισόδημά του, αν ένας νέος ψάχνει παράλληλα για άλλη επαγγελματική διέξοδο, αν ένας αναπληρωτής που βρίσκεται ψηλά στους πίνακες αποφασίζει ότι δεν αξίζει να δηλώσει μακρινές περιοχές για έναν μόνιμο διορισμό, τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό.
Είναι πρόβλημα ελκυστικότητας του ίδιου του επαγγέλματος.
Όταν φεύγει ένας έμπειρος δάσκαλος, δεν αδειάζει απλώς μία θέση
Η εκπαίδευση δεν είναι μια υπηρεσία όπου ένας εργαζόμενος αντικαθίσταται μηχανικά από έναν άλλον και όλα συνεχίζονται όπως πριν.
Όταν ένας καλός εκπαιδευτικός με είκοσι ή τριάντα χρόνια εμπειρίας φεύγει πρόωρα, μαζί του φεύγει ένα κομμάτι της μνήμης του σχολείου.
Η εμπειρία να καταλάβει από ένα βλέμμα ότι ένα παιδί δεν είναι καλά.
Η γνώση του πώς λύνεται μια δύσκολη κατάσταση χωρίς φωνές.
Η ικανότητα να βοηθήσει έναν νεότερο συνάδελφο.
Η αίσθηση του πότε πρέπει να εφαρμοστεί ένας κανόνας και πότε πρέπει πρώτα να ακουστεί ένα παιδί.
Αυτά δεν βρίσκονται σε καμία πλατφόρμα.
Δεν πιστοποιούνται με κανένα σεμινάριο.
Και δεν αντικαθίστανται από έναν δείκτη αξιολόγησης.
Αν θέλουμε καλούς εκπαιδευτικούς, πρέπει να τους επιτρέψουμε να είναι εκπαιδευτικοί
Η απάντηση επομένως δεν μπορεί να είναι άλλη μία εγκύκλιος για την «ενδυνάμωση» των εκπαιδευτικών ούτε ένα ακόμη διαδικτυακό σεμινάριο για την αντιμετώπιση του burnout.
Χρειάζεται αλλαγή στις πραγματικές συνθήκες.
Αξιοπρεπείς μισθοί.
Στέγη για όσους υπηρετούν μακριά από το σπίτι τους.
Μικρότερα τμήματα.
Λιγότερες άσκοπες διοικητικές εργασίες.
Μόνιμο προσωπικό αντί για διαρκή διαχείριση κενών.
Ψυχολόγοι και κοινωνικοί λειτουργοί στα σχολεία.
Πραγματική θεσμική προστασία όταν ο εκπαιδευτικός δέχεται απειλές ή κακοποιητική συμπεριφορά.
Διευθυντές που λειτουργούν ως συντονιστές μιας κοινότητας και όχι ως μικροί επιθεωρητές.
Μια αξιολόγηση που βοηθά αντί να φοβίζει.
Και, πάνω απ' όλα, επιστροφή της εμπιστοσύνης στον εκπαιδευτικό.
Γιατί το ελληνικό σχολείο δεν κινδυνεύει μόνο όταν δεν βρίσκει αρκετούς δασκάλους και καθηγητές για να καλύψει τα κενά του.
Κινδυνεύει περισσότερο όταν οι άνθρωποι που βρίσκονται ήδη μέσα στις τάξεις αρχίζουν να κοιτούν προς την έξοδο.
Όταν ο δάσκαλος λέει «φεύγω», το πρώτο ερώτημα δεν πρέπει να είναι ποιος θα καλύψει την ώρα του.
Πρέπει να είναι:
«Τι κάναμε ώστε ένας άνθρωπος που κάποτε ονειρευόταν να μπει σε μια τάξη να ονειρεύεται τώρα να φύγει από αυτήν;»
Και αυτή είναι μια ερώτηση που δεν αφορά μόνο τους εκπαιδευτικούς.
Αφορά το σχολείο που θέλουμε να έχουμε.