Τα αποτελέσματα του PISA 2025 δημοσιεύθηκαν και η εικόνα της Ελλάδας δεν αφήνει πολλά περιθώρια για πανηγυρισμούς, αν και δεν πρέπει να αντιμετωπίσουμε τα αποτελέσματα αυτά αποκλειστικά ως μια ακόμα διεθνή κατάταξη, αλλά ως μια ευκαιρία να δούμε πιο καθαρά τι γνωρίζουν και ποιες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι μαθητές μας.
Στο διαγωνισμό PISA 2025 η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες στα Μαθηματικά, 423 στην Κατανόηση Κειμένου και 441 στις Φυσικές Επιστήμες. Και στις τρεις περιοχές βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ο οποίος κινείται περίπου στις 472 μονάδες στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου και στις 485 στις Φυσικές Επιστήμες.
Στα Μαθηματικά, μόλις περίπου οι μισοί μαθητές στην Ελλάδα φτάνουν τουλάχιστον στο Level 2, ενώ στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι περίπου στο 65%. Με άλλα λόγια, ένα πολύ μεγάλο τμήμα των 15χρονων μαθητών μας δυσκολεύεται να ανταποκριθεί ακόμη και σε βασικές απαιτήσεις μαθηματικού γραμματισμού.
Η εικόνα αντιστρέφεται εξίσου ανησυχητικά στην κορυφή, αφού μόλις 2% των Ελλήνων μαθητών βρίσκεται στα υψηλότερα επίπεδα επίδοσης στα Μαθηματικά (Level 5 ή 6), έναντι περίπου 8% στον ΟΟΣΑ.
Τα αποτελέσματα του 2025 δεν αποτελούν ένα μεμονωμένο γεγονός, αφού η μακροχρόνια εικόνα δείχνει αύξηση του ποσοστού των μαθητών που βρίσκονται κάτω από το Level 2 σε σχέση με το 2015, κάτι που συμβαίνει σε όλα τα επιστημονικά πεδία.
Επομένως το ερώτημα δεν είναι μόνο "γιατί πήγαμε έτσι στο PISA 2025;", αλλά το τι έχει συμβεί στη μαθησιακή πορεία μιας ολόκληρης γενιάς μαθητών και τι μπορούμε να αλλάξουμε από εδώ και πέρα.
Ιδιαίτερα για τα Μαθηματικά, το PISA δεν εξετάζει απλώς αν ένας μαθητής γνωρίζει έναν τύπο ή μπορεί να εκτελέσει μια αλγοριθμική διαδικασία. Εξετάζει κατά πόσο μπορεί να χρησιμοποιήσει τη μαθηματική σκέψη για να κατανοήσει και να αντιμετωπίσει προβλήματα που συνδέονται με πραγματικές καταστάσεις.
Αυτό αποτελεί εδώ και χρόνια ένα από τα σημαντικότερα μηνύματα για το ελληνικό σχολείο. Δεν αρκεί να αυξήσουμε την ποσότητα της ύλης, αλλά να επενδύσουμε περισσότερο στην κατανόηση, στην επίλυση προβλημάτων, στη μαθηματική μοντελοποίηση, στην επιχειρηματολογία, στην ερμηνεία δεδομένων και στην ικανότητα του μαθητή να εξηγεί γιατί μια λύση είναι σωστή.
Και μέσα σε όλα αυτά εμφανίζεται και η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Το PISA 2025 πραγματοποιήθηκε σε μια εποχή κατά την οποία η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο οι μαθητές αναζητούν πληροφορίες, γράφουν, λύνουν προβλήματα και μαθαίνουν.
Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η χρήση AI από τους μαθητές δεν οδηγεί από μόνη της σε καλύτερες επιδόσεις, αφού η σημασία βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται. Αυτό δημιουργεί μια νέα παιδαγωγική πρόκληση και το σχολείο δεν μπορεί να προσποιείται ότι η AI δεν υπάρχει, ούτε όμως μπορεί να επιτρέψει να μετατραπεί σε έναν μηχανισμό που απλώς δίνει έτοιμες απαντήσεις.
Ο μαθητής του αύριο πρέπει να ξέρει να χρησιμοποιεί την AI, αλλά κυρίως να ξέρει πότε να την αμφισβητεί, πώς να ελέγχει την απάντησή της και πώς να διατηρεί ο ίδιος την ευθύνη της σκέψης του.
Και φυσικά τα αποτελέσματα του PISA 2025 δεν πρέπει να χρησιμοποιηθούν ούτε για να απαξιώσουμε τους εκπαιδευτικούς ούτε για να κατηγορήσουμε τους μαθητές. Αντίθετα, πρέπει να αποτελέσουν αφορμή για μια σοβαρή συζήτηση για το ελληνικό σχολείο, αφού είναι γεγονός ότι χρειαζόμαστε ένα σχολείο που θα διδάσκει λιγότερο για να εξετάζει και περισσότερο για να μαθαίνουν οι μαθητές. Ένα σχολείο που θα δίνει χρόνο στη σκέψη, στη συνεργασία, στην επίλυση προβλημάτων και στην εφαρμογή της γνώσης.
Και χρειαζόμαστε εκπαιδευτικούς που θα έχουν τον χρόνο, την επιμόρφωση και τα κατάλληλα εργαλεία για να κάνουν αυτή τη μετάβαση.
Το PISA δεν μας λέει όλη την αλήθεια για ένα εκπαιδευτικό σύστημα, όμως μας προσφέρει ένα σημαντικό καθρέφτη, αφού το ζητούμενο της εκπαίδευσης δεν είναι να έχουμε μια καλύτερη θέση σε έναν πίνακα, αλλά να έχουμε καλύτερα μορφωμένους, πιο αυτόνομους και τελικά πιο δημιουργικούς νέους ανθρώπους.