Ο Δημήτριος Σαρρής, στο «ΑΙ & Ι» (Alfavita, 2/9), κάνει κάτι έντιμο: αντί να μας πει τι πρέπει να σκεφτόμαστε για την «ψυχολογία της ΤΝ», βάζει δίπλα δίπλα δύο κείμενα, το δικό του και ένα γραμμένο από μηχανή, χωρίς η μία πλευρά να ξέρει την άλλη. Το πείραμα καταλήγει σε ένα ερώτημα που αξίζει να σταθούμε, τι είδους άνθρωποι θα γίνουμε χρησιμοποιώντας την ΤΝ, θα την αφήσουμε να σκέφτεται αντί για εμάς ή θα τη χρησιμοποιήσουμε για να σκεφτόμαστε καλύτερα ;
Θα ήθελα να πάω αυτό το ερώτημα ένα βήμα παραπέρα, γιατί νομίζω πως η απάντηση δεν βρίσκεται στην ψυχολογία της μηχανής, όπως σωστά υποψιάζεται και ο ίδιος ο Σαρρής, αλλά σε κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο, στο τι συμβαίνει τη στιγμή που ο άνθρωπος, και ιδίως ο μαθητευόμενος άνθρωπος, βρίσκεται μπροστά σε μια έτοιμη απάντηση.
Έχω γράψει παλιότερα, σε ανέκδοτο κείμενο μου, για αυτό που ονομάζω αφωνία του μαθητή. Δεν είναι έλλειψη γλώσσας. Είναι ψυχολογικό μπλοκάρισμα, η αδυναμία να αυτοσχεδιάσει, να παράγει κάτι δικό του, τη στιγμή που κάτι έτοιμο του προσφέρεται. Παλιότερα αυτή η αφωνία είχε το όνομα και το πρόσωπο της παπαγαλίας, μια μορφή πνευματικής αφωνίας αναγνωρίσιμη ως τέτοια, γιατί ήταν εξωτερική, στείρα, εύκολο να την εντοπίσεις και να την ντροπιάσεις. Η ΤΝ, με τη συναινετική της "ευγένεια", κάνει κάτι πιο δύσκολο να αντισταθείς, δεν σε διορθώνει σκληρά, δεν σε ταπεινώνει, σε συνοδεύει. Η αφωνία δεν φαίνεται πια σαν αποτυχία. Φαίνεται σαν συνεργασία.
Σε παλιότερο, επίσης ανέκδοτο κείμενό μου, απαντώντας στον Χαράλαμπο Τσέκερη , Προεδρο. της εταιρειας Βιοηθικης, πάνω στο ζήτημα αν η ΤΝ παράγει «γλώσσα χωρίς νόημα», είχα γράψει τα εξής, που νομίζω φωτίζουν ακριβώς αυτό το σημείο:
«Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με αυτό που ονομάζεται γνωστική "εκφόρτωση": αναθέτουμε στη μηχανή όχι μόνο την αναζήτηση πληροφοριών αλλά ολοένα περισσότερο την επεξεργασία, τη σύνθεση, τη διατύπωση και τελικά την ίδια την κρίση. Στην αρχή η μηχανή μας βοηθά να σκεφτούμε. Στη συνέχεια σκέφτεται μαζί μας. Και στο τέλος υπάρχει ο κίνδυνος να συνηθίσουμε να μη σκεφτόμαστε πριν από αυτήν.»
Και παρακάτω:
«Θα πρόσθετα ότι χρειάζεται κάτι ακόμη: να διατηρήσει και το δικαίωμα της απόκλισης. Να μπορεί να πει "όχι" στην προτεινόμενη απάντηση, να αμφισβητήσει το προφανές, να διακόψει τη ροή της μηχανικής ευκολίας. Διότι ο Λόγος δεν είναι μόνο η ικανότητα να παράγεις μια λογικά συνεκτική πρόταση. Είναι και η ικανότητα να αντιστέκεσαι σε μια πρόταση που εμφανίζεται υπερβολικά εύκολη, υπερβολικά πειστική ή υπερβολικά βολική.»
Εδώ νομίζω βρίσκεται η γέφυρα με το ερώτημα του Σαρρή. Όταν η ΤΝ εμφανίζεται με χαρακτήρα, ευγενικό, ταπεινό, ανοιχτό στη συγνώμη, όπως την περιγράφει ο ίδιος από την τάξη του, δεν πρόκειται απλώς για ανθρωπομορφισμό που μας διασκεδάζει ή μας παραπλανά. Πρόκειται για τον ίδιο τον μηχανισμό της αφωνίας να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά απ' όσο λειτούργησε ποτέ η παπαγαλία. Γιατί η παπαγαλία σε υποχρέωνε τουλάχιστον να απομνημονεύσεις, να επαναλάβεις, να κάνεις κάποια, έστω μηχανική κίνηση. Η "ευγένεια "της ΤΝ δεν απαιτεί ούτε αυτό. Σου δίνει τη σκέψη έτοιμη και σε αφήνει, επιπλέον, με την αίσθηση ότι συμμετείχες σε αυτήν, ότι τη ζήτησες εσύ, ότι είναι λίγο δική σου.
Ο Σαρρής γράφει, πολύ εύστοχα, πως ίσως η σημαντικότερη ψυχολογία της Τεχνητής Νοημοσύνης να μην είναι η δική της, να είναι η δική μας. Συμφωνώ, αλλά θα το διατύπωνα λίγο διαφορετικά. Δεν είναι μόνο ψυχολογία. Είναι Φρόνηση, το πόσο συνειδητά αφήνουμε τη μηχανή να μας συνοδεύσει και πόσο έγκαιρα θυμόμαστε να την αφήσουμε πίσω. Και είναι Μέτρο, γιατί η τεχνολογία δεν έχει όριο στην απεριόριστη παραγωγή της, ο άνθρωπος όμως έχει, περιορισμένο χρόνο, περιορισμένη προσοχή, περιορισμένη ικανότητα κρίσης. Όταν η ευκολία της μηχανής ξεπερνά αυτό το Μέτρο, η διευκόλυνση γίνεται εξάρτηση, χωρίς καν να το καταλάβουμε, γιατί δεν νιώθουμε ότι υποτασσόμαστε. Νιώθουμε ότι μας φέρονται καλά.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι είδους άνθρωποι θα γίνουμε. Είναι αν θα προλάβουμε να διατηρήσουμε το δικαίωμα της απόκλισης πριν η αφωνία γίνει η φυσική μας κατάσταση, εκείνη που δεν την αναγνωρίζουμε πια ως αφωνία, γιατί έχει το πρόσωπο μιας ευγενικής, υπομονετικής, πάντα διαθέσιμης συνομιλίας.
Ο Σαρρής άλλωστε δεν γράφει από απόσταση. Η αφορμή του, όπως ο ίδιος αναφέρει, ήταν μια συζήτηση με μαθητές μέσα σε σχολικό πρόγραμμα, εκεί όπου παρατηρούσαν μαζί την ευγένεια, την ταπεινότητα, τη διάθεση αυτοβελτίωσης που προβάλλει η ΤΝ. Είναι ακριβώς ο χώρος όπου η αφωνία που περιέγραψα γίνεται ορατή πρώτη, μέσα στην τάξη, πριν γίνει γενικό φιλοσοφικό ζήτημα.
Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες θεσμικές αντιδράσεις σε αυτό το ζήτημα δεν ήρθαν από πανεπιστημιακή συζήτηση, ήρθαν από σχολεία, και μάλιστα σχεδόν ταυτόχρονα. Πριν από λίγες μέρες, με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, η Σουηδία επέλεξε την επιστροφή σε χαρτί και μολύβι για τις μικρές ηλικίες, αφού τα παιδιά είχαν ξεχάσει πώς κρατιέται ένα μολύβι ή ένα στυλό από τη διαρκή πληκτρολόγηση.
Μια εβδομάδα αργότερα, η Νέα Υόρκη προχώρησε σε μορατόριουμ ενός έτους στην ατομική χρήση παραγωγικής ΤΝ από μαθητές, από την προσχολική ηλικία έως την 8η τάξη (Β΄ Γυμνασίου).
Δύο αποφάσεις, σε δύο εντελώς διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα, που καταλήγουν στο ίδιο σημείο, όχι από τεχνοφοβία, όπως θα έσπευδαν να πουν επιπόλαιοι τεχνοκράτες, αλλά από παιδαγωγική ανάγκη, ότι η δυσκολία, το λάθος, η στιγμή της αμηχανίας μπροστά σε ένα πρόβλημα «δεν είναι ελάττωμα του συστήματος, είναι πεμπτουσια της μάθησης». Είναι, με άλλα λόγια, το δικαίωμα του παιδιού να μείνει μέσα στη δυσκολία όσο χρειάζεται, το χέρι στο χαρτί, το μυαλό στο πρόβλημα, χωρίς να του προσφέρεται η έτοιμη διέξοδος που παράγει την αφωνία, ώσπου να βρει μόνο του τη δική του φωνή. Ίσως αυτό να είναι το πιο νηφάλιο πολιτικό συμπέρασμα απέναντι στην ευγενική, πάντα διαθέσιμη μηχανή, όχι να την αποκλείσουμε από τη ζωή μας, αλλά να ξέρουμε πότε να την κρατάμε έξω από την πόρτα, ώστε ο άνθρωπος, ιδίως ο νέος άνθρωπος, να προλάβει να μάθει πρώτα να μιλά, και να γράφει, μόνος του.