Αλλαγές στη διαδικασία κατάταξης εκπαιδευτικών στα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας (ΣΔΕ) για το σχολικό έτος 2026-2027 φέρνει στο προσκήνιο η βουλευτής Ιωαννίνων Μερόπη Τζούφη, καταθέτοντας κοινοβουλευτική ερώτηση προς την υπουργό Παιδείας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η φετινή πρόσκληση για την επιλογή ωρομίσθιου εκπαιδευτικού προσωπικού και ειδικότερα ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εκπαιδευτικοί που είναι ενταγμένοι στο Μητρώο Κύριου Διδακτικού Προσωπικού του ΕΚΔΔΑ.
Τι έχει αλλάξει
Όπως αναφέρει η βουλευτής, στις προσκλήσεις των σχολικών ετών 2024-2025 και 2025-2026 γινόταν αποδεκτή η βεβαίωση ένταξης στο Μητρώο του ΕΚΔΔΑ ως απόδειξη εκπαιδευτικής επάρκειας.
Στη φετινή διαδικασία, η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν περιλαμβάνεται, με αποτέλεσμα εκπαιδευτικοί του ΕΚΔΔΑ που δεν διαθέτουν πιστοποίηση ΕΟΠΠΕΠ να κατατάσσονται μετά τους πιστοποιημένους εκπαιδευτές.
Η φετινή διαδικασία προβλέπει πράγματι ότι στους οριστικούς πίνακες προηγούνται οι πιστοποιημένοι εκπαιδευτές που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΕΟΠΠΕΠ.
Η περίπτωση που προκαλεί ερωτήματα
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην περίπτωση εκπαιδευτικού ο οποίος, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η βουλευτής, βρισκόταν στην 1η θέση στον ίδιο κλάδο και την ίδια Περιφέρεια τα δύο προηγούμενα σχολικά έτη, ενώ φέτος εμφανίζεται στην 48η θέση.
Η Μερόπη Τζούφη υποστηρίζει ότι ο νόμος που επικαλείται το ΙΝΕΔΙΒΙΜ για τη φετινή αλλαγή ίσχυε ήδη και κατά τις προηγούμενες διαδικασίες. Ως εκ τούτου, ζητά να διευκρινιστεί ποια ακριβώς νομοθετική ή κανονιστική μεταβολή οδήγησε στη διαφορετική αντιμετώπιση των συγκεκριμένων εκπαιδευτικών.
Η βουλευτής ζητά από το υπουργείο Παιδείας να απαντήσει:
- ποια συγκεκριμένη αλλαγή δικαιολογεί τη διαφορετική αντιμετώπιση του Κύριου Διδακτικού Προσωπικού του ΕΚΔΔΑ,
- με ποια διάταξη δεν εφαρμόζεται πλέον η σχετική πρόβλεψη του ν. 4452/2017,
- αν προτίθεται να επανεξετάσει τη διαδικασία και τους προσωρινούς πίνακες και
- με ποιον τρόπο θα διασφαλιστούν η ίση μεταχείριση και η αξιοκρατία.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η διαδικασία προβλέπει την εξέταση ενστάσεων πριν από την κατάρτιση των οριστικών πινάκων.