Για χιλιάδες νέους ανθρώπους, το σπίτι των γονιών δεν είναι πια απλώς η οικογενειακή εστία αλλά ένας μηχανισμός οικονομικής επιβίωσης, που καλύπτει τη στέγη, το φαγητό, τη μετακίνηση και συχνά ακόμη και τα πρώτα βήματα προς την ανεξαρτησία. Το πρόβλημα είναι ότι έτσι το βάρος μεταφέρεται από τη νέα γενιά στην προηγούμενη και η κοινωνική ανισότητα μεγαλώνει.
Υπάρχει μια πλευρά της οικονομικής δυσκολίας των νέων που συχνά περνά απαρατήρητη, επειδή κρύβεται πίσω από τις κλειστές πόρτες των οικογενειακών σπιτιών και δεν αποτυπώνεται εύκολα σε έναν μισθό ή σε έναν δείκτη ανεργίας: σε μεγάλο βαθμό, η ελληνική οικογένεια έχει μετατραπεί σε ένα άτυπο κοινωνικό κράτος, που απορροφά τους κραδασμούς μιας πραγματικότητας στην οποία η εργασία δεν εξασφαλίζει πάντοτε την οικονομική αυτονομία.
Το πατρικό σπίτι γίνεται δωρεάν στέγη για τον 28χρονο ή τον 30χρονο που εργάζεται αλλά δεν μπορεί να αντέξει ένα ενοίκιο μόνος του, το οικογενειακό τραπέζι περιορίζει τα έξοδα διατροφής, ένα παλιό αυτοκίνητο παραχωρείται στο παιδί για να μπορεί να πηγαίνει στη δουλειά του, οι γονείς πληρώνουν την εγγύηση για το πρώτο νοίκι ή αγοράζουν ένα ψυγείο και ένα πλυντήριο όταν επιτέλους έρθει η στιγμή της μετακόμισης.
Στην πράξη, η οικογένεια καλείται να καλύψει εκείνο το κενό που αφήνει η αναντιστοιχία ανάμεσα στον μισθό και στο κόστος ζωής.
Και αυτή η βοήθεια είναι συχνά σωτήρια.
Όμως έχει και μια δεύτερη, πολύ πιο δύσκολη πλευρά.
Το οικονομικό πρόβλημα δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται από τη νέα γενιά στην προηγούμενη.
Οι γονείς που μπορεί να βρίσκονται ήδη κοντά στη σύνταξη ή να έχουν περιορισμένα εισοδήματα συνεχίζουν να στηρίζουν οικονομικά παιδιά που έχουν πλέον ολοκληρώσει τις σπουδές τους και εργάζονται κανονικά, όχι επειδή τα παιδιά αυτά δεν προσπάθησαν ή επειδή δεν θέλουν να σταθούν στα πόδια τους, αλλά επειδή ο μισθός τους δεν αρκεί για να χρηματοδοτήσει μια στοιχειώδη ανεξάρτητη ζωή.
Και εδώ εμφανίζεται μια βαθιά κοινωνική ανισότητα που συχνά δεν συζητάμε αρκετά.
Ο νέος που έχει γονείς με ιδιόκτητο σπίτι, μια μικρή οικονομική άνεση ή τη δυνατότητα να τον βοηθήσουν με μερικές εκατοντάδες ευρώ τον μήνα ξεκινά από διαφορετική αφετηρία από εκείνον που προέρχεται από μια οικογένεια που δεν διαθέτει περιουσία και παλεύει και η ίδια να ανταποκριθεί στις καθημερινές της υποχρεώσεις.
Έτσι, η οικογενειακή περιουσία αρχίζει να καθορίζει όλο και περισσότερο τις πραγματικές δυνατότητες ενός νέου ανθρώπου.
Όχι μόνο αν θα μπορέσει να αγοράσει σπίτι. Αλλά ακόμη και αν θα μπορέσει να νοικιάσει.
Αν θα μπορέσει να αποταμιεύσει. Αν θα μπορέσει να ζήσει μόνος του. Αν θα μπορέσει να δημιουργήσει οικογένεια. Και τελικά, αν θα μπορέσει να σχεδιάσει το μέλλον του.
Κάπως έτσι, το πτυχίο, το μεταπτυχιακό, οι ξένες γλώσσες και τα χρόνια σπουδών κινδυνεύουν να έχουν μικρότερη σημασία από το αν οι γονείς διαθέτουν ένα δεύτερο διαμέρισμα ή μπορούν να καλύψουν ένα μέρος του ενοικίου.
Αυτό είναι ίσως ένα από τα πιο ανησυχητικά χαρακτηριστικά της εποχής μας.
Γιατί μια κοινωνία που υποτίθεται ότι ανταμείβει την εκπαίδευση και την εργασία καταλήγει να εξαρτά την αυτονομία των νέων όλο και περισσότερο από την οικογενειακή τους αφετηρία.
Και τότε εμφανίζεται ξανά η σκέψη που ακούγεται όλο και συχνότερα: «Μήπως να φύγω;».
Για έναν νέο επιστήμονα η σύγκριση δεν γίνεται πια μόνο ανάμεσα σε δύο ελληνικές επιχειρήσεις ή σε δύο θέσεις εργασίας στην ίδια πόλη, αλλά ανάμεσα στην Αθήνα και το Βερολίνο, τη Θεσσαλονίκη και τις Βρυξέλλες, την Πάτρα και την Ολλανδία, καθώς το ερώτημα μετατρέπεται από «πού θα βρω δουλειά;» σε «πού μπορώ πραγματικά να ζήσω από τη δουλειά μου;».
Το εξωτερικό ασφαλώς δεν είναι παράδεισος, ούτε τα υψηλά ενοίκια και η στεγαστική κρίση αποτελούν αποκλειστικά ελληνικά προβλήματα, όμως όταν ένας νέος μηχανικός, πληροφορικός, εκπαιδευτικός, ερευνητής, οικονομολόγος ή επαγγελματίας υγείας διαπιστώνει ότι, παρά τα προσόντα και την πλήρη απασχόληση, δεν μπορεί να αποκτήσει στοιχειώδη οικονομική αυτονομία, τότε η φυγή παύει να είναι μια ρομαντική περιπέτεια και γίνεται ένας απολύτως ψυχρός οικονομικός υπολογισμός.
Και ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι οι απαιτήσεις αυτής της γενιάς δεν είναι υπερβολικές.
Δεν ζητά πολυτελή διαμερίσματα. Ζητά ένα μικρό σπίτι. Δεν ζητά ακριβά αυτοκίνητα. Ζητά να μπορεί να πηγαίνει στη δουλειά της.
Δεν ζητά εξωτικές διακοπές. Ζητά να μπορεί να βγει δύο φορές τον μήνα χωρίς να υπολογίζει αν θα μείνουν χρήματα για το σούπερ μάρκετ.
Δεν ζητά πλούτο. Ζητά ανεξαρτησία.
Γι' αυτό και το πρόβλημα δεν λύνεται με συμβουλές του τύπου «κόψτε τους καφέδες» ή «κάντε καλύτερη οικονομία», γιατί όταν το ενοίκιο και οι βασικές ανάγκες καταναλώνουν το μεγαλύτερο μέρος ενός μισθού, η αριθμητική δεν αλλάζει αν κάποιος περιορίσει δύο εξόδους τον μήνα.
Χρειάζεται μια διαφορετική ισορροπία ανάμεσα στους μισθούς και στο κόστος ζωής, περισσότερη προσιτή κατοικία, ουσιαστικές πολιτικές στέγασης για νέους εργαζομένους και κυρίως μια οικονομία που να επιτρέπει σε έναν άνθρωπο που εργάζεται να σχεδιάζει τη ζωή του χωρίς να χρειάζεται μονίμως τη βοήθεια των γονιών του.
Γιατί μια χώρα δεν μπορεί να εκπλήσσεται για το δημογραφικό της πρόβλημα, ούτε για τη νέα φυγή μορφωμένων ανθρώπων στο εξωτερικό, όταν ακόμη και στα 30 τους πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν το παιδικό τους δωμάτιο τη μοναδική οικονομικά ασφαλή επιλογή.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πια «πότε θα φύγεις από το σπίτι των γονιών σου;».
Είναι πολύ πιο σκληρό: Με ποιον μισθό και με ποιο ενοίκιο θα μπορούσες πραγματικά να φύγεις;