Κάποτε, όταν τελείωνε μια σχολική χρονιά, η πιο ουσιαστική ερώτηση για έναν εκπαιδευτικό ήταν απλή: «Τι έμαθαν τα παιδιά;». Αν κατάφεραν να καταλάβουν καλύτερα τον κόσμο, αν αγάπησαν ένα βιβλίο, αν ξεπέρασαν έναν φόβο, αν άρχισαν να συμμετέχουν περισσότερο, αν έμαθαν να συνεργάζονται, να σκέφτονται, να αμφισβητούν, να ρωτούν, να εκφράζονται. Σήμερα, όλο και συχνότερα, η ερώτηση που μοιάζει να προηγείται είναι διαφορετική: «Συμπλήρωσες την πλατφόρμα;».
Και ίσως μέσα σε αυτή τη μικρή αλλαγή της ερώτησης να κρύβεται μια πολύ μεγαλύτερη αλλαγή στο ίδιο το σχολείο.
Το ελληνικό σχολείο των τελευταίων χρόνων καλείται διαρκώς να καταγράφει, να τεκμηριώνει, να αποδεικνύει, να αξιολογεί και να αποτιμά σχεδόν κάθε πλευρά της λειτουργίας του. Σχέδια δράσης, στόχοι, δείκτες, αναφορές, φόρμες, ψηφιακές καταχωρίσεις, προγράμματα, αξιολογήσεις και διοικητικές διαδικασίες έχουν γίνει κομμάτι της καθημερινότητας των εκπαιδευτικών, οι οποίοι πολλές φορές αισθάνονται ότι αφιερώνουν όλο και περισσότερο χρόνο στο να περιγράφουν αυτό που κάνουν και όλο και λιγότερο χρόνο στο να κάνουν πραγματικά εκείνο για το οποίο βρίσκονται στο σχολείο: να διδάσκουν.
Δεν είναι ότι η καταγραφή είναι από μόνη της κακή ή ότι το σχολείο δεν χρειάζεται οργάνωση, στόχους και ανατροφοδότηση. Κάθε σοβαρός εκπαιδευτικός θέλει να γνωρίζει τι λειτουργεί, τι δεν λειτουργεί και τι μπορεί να αλλάξει. Το πρόβλημα αρχίζει όταν το μέσο γίνεται σκοπός, όταν η διαδικασία αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ουσία και όταν μια δραστηριότητα φαίνεται να αποκτά αξία μόνο εφόσον μπορεί να καταγραφεί, να τεκμηριωθεί και να παρουσιαστεί μέσα σε ένα διοικητικό σύστημα.
Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να έχει περάσει μία ολόκληρη ώρα προσπαθώντας να βοηθήσει ένα παιδί που δυσκολεύεται, να έχει βρει έναν διαφορετικό τρόπο να εξηγήσει ένα δύσκολο σημείο, να έχει διαχειριστεί μια σύγκρουση μεταξύ μαθητών ή να έχει καταφέρει να κάνει έναν αδιάφορο μαθητή να ενδιαφερθεί για πρώτη φορά, όμως τίποτε από αυτά δεν αποτυπώνεται εύκολα σε έναν δείκτη. Αντίθετα, μια σωστά συμπληρωμένη φόρμα, ένα σχέδιο δράσης με συγκεκριμένους στόχους και μια πλήρης ανάρτηση σε μια πλατφόρμα είναι ορατά, μετρήσιμα και ελέγξιμα.
Και εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος: να αρχίσουμε να θεωρούμε σημαντικό κυρίως ό,τι μπορεί να μετρηθεί.
Η εκπαίδευση όμως είναι γεμάτη πράγματα που δεν μετριούνται εύκολα. Δεν μετριέται η στιγμή που ένα παιδί σηκώνει για πρώτη φορά το χέρι του στην τάξη. Δεν μετριέται η εμπιστοσύνη που χτίζεται ανάμεσα στον μαθητή και στον εκπαιδευτικό. Δεν μετριέται το ενδιαφέρον που γεννιέται για ένα μάθημα, ούτε η αυτοπεποίθηση ενός παιδιού που μέχρι χθες πίστευε ότι «δεν τα καταφέρνει». Δεν μετριέται εύκολα η ενσυναίσθηση, η περιέργεια, η φαντασία, η χαρά της ανακάλυψης.
Κι όμως, αυτά είναι συχνά τα σημαντικότερα αποτελέσματα του σχολείου.
Ο σημερινός εκπαιδευτικός, βέβαια, δεν έχει μόνο να διδάξει. Καλείται να διαχειριστεί δεκάδες παράλληλες υποχρεώσεις, από διοικητικές διαδικασίες και ηλεκτρονικές καταχωρίσεις μέχρι επιτροπές, προγράμματα, δράσεις, επικοινωνία με γονείς, περιστατικά μεταξύ μαθητών, επιτηρήσεις και κάθε είδους ευθύνη που προκύπτει μέσα σε μια σχολική ημέρα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο χρόνος που χάνεται, αλλά και η διάσπαση της προσοχής, γιατί η καλή διδασκαλία απαιτεί συγκέντρωση, προετοιμασία και καθαρό μυαλό, όχι έναν άνθρωπο που ανοίγει συνεχώς διαφορετικές πλατφόρμες και προσπαθεί να θυμηθεί ποια προθεσμία λήγει αύριο.
Σταδιακά, λοιπόν, αλλάζει και η ίδια η επαγγελματική ταυτότητα του δασκάλου. Από παιδαγωγός κινδυνεύει να μετατραπεί σε διαχειριστή διαδικασιών, από άνθρωπος της τάξης σε παραγωγό τεκμηρίων, από εκπαιδευτικός σε υπάλληλο που πρέπει διαρκώς να αποδεικνύει ότι έκανε αυτό που έκανε.
Υπάρχει μάλιστα και μια βαθύτερη αντίφαση. Από τη μία ζητάμε από τους εκπαιδευτικούς να καινοτομούν, να δημιουργούν, να προσαρμόζουν τη διδασκαλία στις ανάγκες κάθε τάξης και να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, και από την άλλη τους επιβαρύνουμε με ένα πλαίσιο τόσο σύνθετο, ώστε πολλές φορές η ασφαλέστερη επιλογή είναι να κάνουν ακριβώς ό,τι προβλέπεται, να μην ξεφεύγουν, να μην πειραματίζονται και κυρίως να μην αναλαμβάνουν κάτι που θα δημιουργήσει ακόμη περισσότερη δουλειά.
Έτσι όμως το σχολείο κινδυνεύει να γίνει πιο οργανωμένο στα χαρτιά και ταυτόχρονα πιο φτωχό στη ζωή.
Η τεχνολογία και οι ψηφιακές πλατφόρμες θα μπορούσαν να είναι εργαλεία που απελευθερώνουν χρόνο, που μειώνουν τη γραφειοκρατία και που βοηθούν το σχολείο να λειτουργεί καλύτερα. Όταν όμως κάθε νέα ψηφιακή εφαρμογή δημιουργεί μια επιπλέον υποχρέωση, όταν κάθε διαδικασία απαιτεί ξεχωριστή καταχώριση και όταν οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται ότι υπηρετούν τις πλατφόρμες αντί οι πλατφόρμες να υπηρετούν εκείνους, τότε κάτι έχει αντιστραφεί.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν το σχολείο πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Φυσικά και πρέπει. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι εννοούμε όταν μιλάμε για εκσυγχρονισμό. Ένα σύγχρονο σχολείο δεν είναι απλώς ένα σχολείο γεμάτο ψηφιακά συστήματα, δείκτες και δεδομένα. Είναι ένα σχολείο που δίνει στον εκπαιδευτικό χρόνο να προετοιμαστεί, να διαβάσει, να σκεφτεί, να συζητήσει με τους συναδέλφους του και κυρίως να παρατηρήσει τους μαθητές του.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, ο σημαντικότερος δείκτης δεν βρίσκεται σε καμία πλατφόρμα.
Βρίσκεται στα μάτια ενός παιδιού που κατάλαβε κάτι που μέχρι χθες του φαινόταν αδύνατο, σε έναν μαθητή που βρήκε το θάρρος να μιλήσει, σε μια τάξη που έμαθε να συνεργάζεται, σε έναν νέο άνθρωπο που φεύγει από το σχολείο γνωρίζοντας λίγο περισσότερα, αλλά και πιστεύοντας λίγο περισσότερο στον εαυτό του.
Και ίσως γι’ αυτό πρέπει να ξαναθυμηθούμε την παλιά, απλή ερώτηση.
Όχι μόνο «συμπληρώθηκε η πλατφόρμα;». Αλλά πρώτα απ’ όλα: «Τι έμαθαν σήμερα τα παιδιά;»