Η Νάρκη της Συνταγματικότητας και το Πολιτικό Ρίσκο
Ο μεγαλύτερος, ίσως, κίνδυνος για έναν γονιό που επενδύει τις οικονομίες του στα νέα ιδρύματα δεν είναι οικονομικός, αλλά θεσμικός. Η κυρίαρχη ρητορική παρουσιάζει το θέμα ως «λήξαν». Η νομική πραγματικότητα όμως δείχνει ότι το οικοδόμημα πατάει σε εξαιρετικά εύθραυστα θεμέλια.
Πέρυσι, η πολυαναμενόμενη απόφαση 1918/2025 του ΣτΕ δεν προσέφερε τη θεσμική θωράκιση που πολλοί ήλπιζαν. Η ολομέλεια του δικαστηρίου δεν κατέληξε σε ομοφωνία, ή έστω σε μεγάλη πλειοψηφία. Αντίθετα, καταγράφηκε μια ισχυρότατη μειοψηφούσα γνώμη κορυφαίων δικαστών, οι οποίοι έκριναν ότι η παράκαμψη του Άρθρου 16 του Συντάγματος μέσω του Ενωσιακού Δικαίου είναι ευθέως αντισυνταγματική.
Συγκεκριμένα, η απόφαση 1918/2025 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε συνταγματικό τον νόμο 5094/2024 για την ίδρυση ΝΠΠΕ. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της απόφασης, υπέρ της συνταγματικότητας (Πλειοψηφία) ψήφισαν 16 δικαστές, ενώ κατά της συνταγματικότητας (Μειοψηφία) ψήφισαν 11 δικαστές.
Η σημαντική μειοψηφία των 11 δικαστών υποστήριξε ότι η παράκαμψη του Άρθρου 16 μέσω του Ενωσιακού Δικαίου είναι αντισυνταγματική και ότι όφειλε προηγουμένως να σταλεί προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Με τη σημαντική μειοψηφία δε των δικαστών του ΣτΕ συμφωνεί η συντριπτική πλειονότητα των συνταγματολόγων της χώρας.
Κατά συνέπεια, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια παραμένουν ως θεσμός αμφιλεγόμενα και αποτελούν μια «ανοιχτή πληγή» στο δίκαιο της χώρας. Γι’ αυτό εξάλλου η παρούσα κυβέρνηση επιδιώκει σθεναρά την αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, προκειμένου να κατοχυρώσει οριστικά αυτόν τον νέο θεσμό.
Εάν όμως τελικά δεν αναθεωρηθεί το άρθρο 16, τότε μια επόμενη κυβέρνηση,
που η εκπαιδευτική της πολιτική ευθυγραμμίζεται με αυτή τη σημαντική μειοψηφία του ΣτΕ και τη συντριπτική πλειονότητα των συνταγματολόγων, μπορεί να καταργήσει τον νόμο για τα ΝΠΠΕ ή να τον ακυρώσει στην πράξη, με χίλιους-δυό τρόπους και μεθοδεύσεις, π.χ. διά σειράς τροπολογιών κλπ. Τότε οι φοιτητές κινδυνεύουν να βρεθούν εγκλωβισμένοι σε νομικά μετέωρα ιδρύματα, κρατώντας στα χέρια τους πτυχία χωρίς αντίκρισμα. Αυτός ο κίνδυνος είναι όχι μόνο υπαρκτός αλλά και τεράστιος όπως κατέδειξαν οι σημερινές έξι ακυρωτικές αποφάσεις του ΣτΕ.
Η Ψευδαίσθηση της «Αφθονίας Επιλογών»
Όταν ανακοινώνεται ότι αδειοδοτούνται 11 ιδρύματα σε 11 μήνες, από τον περσινό Αύγουστο μέχρι τον φετινό Ιούλιο, δηλαδή κατά μέσο όρο ένα ιδιωτικό πανεπιστήμιο τον μήνα, ο καταναλωτής νομίζει ότι έχει πλουραλισμό με αφθονία επιλογών.
Στην πραγματικότητα όμως, η τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ένα φυσικό ολιγοπώλιο με τεράστια πάγια, μη ανακτήσιμα κόστη (sunk costs)—κτίρια, εργαστήρια, μισθούς ΔΕΠ, διεθνείς πιστοποιήσεις.
Μια μικρή αγορά όπως η ελληνική, με συμπιεσμένο οικογενειακό εισόδημα και τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα, είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορεί να συντηρήσει 8 ή 11 ή ακόμα και 18 μεγάλα, αυτόνομα και ποιοτικά πανεπιστήμια. Τα επόμενα χρόνια, εάν το ΣτΕ δεν ακυρώσει στο μεταξύ τις άδειες και άλλων ιδιωτικών πανεπιστημίων, θα δούμε έναν σκληρό πόλεμο τιμών. Τα ιδρύματα με «ρηχές τσέπες» πιθανόν να αναγκαστούν να ρίξουν τα δίδακτρα και, μοιραία, την ποιότητα, οδηγώντας σε έναν φαύλο κύκλο (vice circle) ή «αγώνα δρόμου προς τον πάτο» (race to the bottom). Σε 5-10 χρόνια πιθανόν να έχουν επιβιώσει μόνο 3-4 παίκτες-μεγαθήρια (κυρίως funds με ισχυρή κεφαλαιακή βάση) που θα έχουν εξαγοράσει ή συγχωνεύσει τους υπόλοιπους.
Αυτό σημαίνει ότι ο απόφοιτος ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου κινδυνεύει να έχει πιστοποιητικό σπουδών με αναλυτική βαθμολογία από ένα ΝΠΠΕ που δεν υπάρχει πια διότι αυτό απορροφήθηκε από άλλο ΝΠΠΕ. Αυτά όμως δεν είναι σοβαρά πράγματα στον χώρο της εκπαίδευσης και κατά συνέπεια συντελούν στη μερική απαξίωση του πτυχίου από το ξένο πανεπιστήμιο μετά από σπουδές σε (ανύπαρκτο πλέον) ΝΠΠΕ.
Η Παγίδα του Credentialism στην Ελληνική Αγορά Εργασίας
Το πιο επικίνδυνο δομικό φαινόμενο που αγνοούν οι πανηγυρικές εκθέσεις βιωσιμότητας είναι το credentialism, δηλαδή ο πληθωρισμός τίτλων σπουδών. Όπως ακριβώς το αλόγιστο τύπωμα χρήματος προκαλεί πληθωρισμό, έτσι και η μαζική παραγωγή πτυχίων μειώνει την αξία τους στην αγορά.
Η ελληνική αγορά εργασίας ήδη παρουσιάζει το παράδοξο της «υπερεκπαίδευσης» (overeducation) και της ετεροαπασχόλησης. Όταν η αγορά κατακλυστεί από χιλιάδες επιπρόσθετους νέους αποφοίτους, οι εργοδότες θα ανεβάσουν τεχνητά τον πήχη για θέσεις που δεν απαιτούν καν τέτοιο επίπεδο σπουδών. Το βασικό πτυχίο θα απαξιωθεί.
Τότε θα ξεκινήσει ένας «πόλεμος επικυρώσεων», όπου η επιλογή θα γίνεται με βάση το ποιος έχει Master από το εξωτερικό μετά από πραγματικές σπουδές στο εξωτερικό, ή ποιος πλήρωσε για ακριβές διεθνείς πιστοποιήσεις. Αυτό μετατρέπει την επαγγελματική ανέλιξη σε ένα πεδίο όπου δεν κρίνεται η αξία του νέου, αλλά η οικονομική επιφάνεια της οικογένειάς του να αγοράζει συνεχώς τον επόμενο τίτλο σπουδών, για να ξεφύγει από την υποαπασχόληση.
Επιπλέον, ο θεσμός στρέφει τους νέους μακριά από την εφαρμοσμένη, τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση, εκεί δηλαδή όπου η ελληνική οικονομία έχει πραγματική «τρύπα» και ζήτηση (logistics, πληροφορική, μεσαία στελέχη), διευρύνοντας το χάσμα ανάμεσα στην παραγωγή και την παιδεία.
Το Κοινωνικό «Στίγμα» των Πτυχίων: Η Αμείλικτη Κρίση της Αγοράς
Πέρα από τις οικονομικές θεωρίες, υπάρχει και η ωμή ψυχολογική και κοινωνική πραγματικότητα της ελληνικής κοινωνίας. Στην Ελλάδα, η εισαγωγή στα δημόσια ΑΕΙ μέσω των Πανελλαδικών—όσο κι αν επικρίνεται το σύστημα—λειτουργεί στη συλλογική συνείδηση ως μια αντικειμενική δοκιμασία ευφυΐας, πειθαρχίας και αριστείας.
Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, παρακάμπτοντας αυτή τη διαδικασία και ζητώντας απλώς την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), κινδυνεύουν να δημιουργήσουν αποφοίτους με το «στίγμα» της μειωμένης αξιοπιστίας.
Ας μιλήσουμε ειλικρινά: ένας πολίτης που πρόκειται να μπει ως ασθενής στο χειρουργείο, θα κοιτάξει αν ο χειρούργος του είναι απόφοιτος του ΕΚΠΑ ή του ΑΠΘ—κάτι που σημαίνει ότι υπήρξε αριστούχος, λαμπρός μαθητής και κοπίασε με τις δικές του δυνάμεις, διανοητικές και ψυχολογικές—ή αν είναι απόφοιτος ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου, κάτι που στην ελληνική πραγματικότητα θα μεταφραστεί άμεσα ως «αποτυχημένος» μαθητής που απλώς «βολεύτηκε με τα λεφτά του μπαμπά του» γιατί δεν είχε ούτε το μυαλό ούτε τα ψυχολογικά αποθέματα να συμμετάσχει ξανά στις Πανελλαδικές Εξετάσεις.
Αυτό το κοινωνικό φίλτρο καχυποψίας θα επηρεάσει άμεσα την απορρόφηση των αποφοίτων. Τα πτυχία των ιδιωτικών ιδρυμάτων, ιδίως σε επιστήμες υψηλής ευθύνης όπως η Ιατρική, η Νομική και η Μηχανική, θα πρέπει να παλέψουν για δεκαετίες ενάντια σε αυτή την de facto υποτίμησή τους ως πτυχία «β´ διαλογής» από την ίδια την αγορά και τους καταναλωτές.
Το Αφήγημα του «Education Hub»: Μύθευμα ή Πραγματικότητα;
Η ρητορική ότι η Ελλάδα θα γεμίσει ξένους φοιτητές, οι οποίοι θα χρηματοδοτήσουν το σύστημα, πάσχει διπλά: τόσο μεθοδολογικά όσο και ιστορικά.
Πρώτον, σε επίπεδο επιστημονικής μεθοδολογίας και ακεραιότητας, τα περίφημα market reports χρησιμοποιούν μια αυθαίρετη συλλογιστική. Καταγράφουν τον συνολικό αριθμό των διεθνών φοιτητών (international students) που σπουδάζουν παγκοσμίως ή σε μια ευρύτερη περιοχή, και στη συνέχεια πολλαπλασιάζουν αυτό το νούμερο με ένα τυχαίο ή αυθαίρετο «ποσοστό Χ», υποστηρίζοντας ότι οι ξένοι φοιτητές κατ’ αυτό το ποσοστό θα προτιμήσουν την Αθήνα αντί για το Βερολίνο ή το Άμστερνταμ. Αυτό το ποσοστό δεν εδράζεται σε καμία επιστημονική δειγματοληψία ή οικονομομετρική ανάλυση ελαστικότητας ζήτησης· αποτελεί απλώς αποκύημα της προπαγανδιστικής φαντασίας του συντάκτη της εκάστοτε έκθεσης για να βγουν τα επιθυμητά νούμερα βιωσιμότητας του κλάδου των ΝΠΠΕ.
Δεύτερον, σε επίπεδο πραγματικής στατιστικής εμπειρίας, η υπόθεση αυτή καταρρίπτεται από την ίδια την ιστορία των τελευταίων 25 ετών στην Ελλάδα. Τα ελληνικά κολλέγια, παρά τις προσπάθειες και τις συνεργασίες τους με ξένα πανεπιστήμια, απέτυχαν να προσελκύσουν ξένους σπουδαστές σε σημαντικό ποσοστό. Ο λόγος είναι απλός: οι διεθνείς φοιτητές επιλέγουν σπουδές σε προηγμένες χώρες, διότι η χώρα στην οποία διαμένεις και σπουδάζεις αντανακλάται άμεσα στην τελική αξία του πτυχίου σου. Άλλη βαρύτητα έχει στο βιογραφικό να έχεις λάβει το πτυχίο ενός πανεπιστημίου σπουδάζοντας στο Λονδίνο ή το Μόναχο, και εντελώς διαφορετική αξία έχει αν το έχεις λάβει σπουδάζοντας στην Κουάλα Λουμπούρ, τη Λάρισα, ή την Αθήνα. Το «γεωγραφικό premium» είναι υπαρκτό, και η σύγχρονη Ελλάδα, προς το παρόν, δεν το διαθέτει—για πολλούς και ευνόητους λόγους, οι οποίοι είναι πέρα από τα θεματικά όρια του παρόντος άρθρου.
Αν οι ξένοι φοιτητές δεν έρθουν μαζικά στα ΝΠΠΕ, τότε το οικονομικό βάρος της συντήρησης αυτών των μεγάλων επενδύσεων θα πέσει αποκλειστικά στις πλάτες της ελληνικής οικογένειας. Εκτός και αν τα ΝΠΠΕ, στην οικονομική απελπισία τους, στραφούν προς τριτοκοσμικές αγορές—σύμφωνα με το Κυπριακό μοντέλο—με ό,τι αντίκτυπο μια τέτοια «τριτοκοσμικοποίηση» θα είχε στη φήμη και στην αξία του πτυχίου των αποφοίτων του.
Διασφάλιση του Ταυτόσημου Πτυχίου
Μέσα σε αυτό το ναρκοπέδιο ρίσκων (πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών, κλπ), οι γονείς οφείλουν τουλάχιστον να μηδενίσουν το ρίσκο που προέρχεται από το ίδιο το ξένο, μητρικό ίδρυμα. Από τα 8 εναπομένοντα αδειοδοτημένα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα 6 θα απονέμουν πτυχία του μητρικού πανεπιστημίου στην Αγγλία ή Γαλλία.