Η αφορμή γι αυτό το άρθρο δόθηκε μέσα σε μια τάξη Β' Δημοτικού. Ήταν μια συνηθισμένη μέρα, γεμάτη από τις κλασικές παρατηρήσεις: «Κάθισε καλά», «Μην κουνάς τα πόδια σου», «Συγκεντρώσου». Μέχρι που ένα επτάχρονο αγόρι, φανερά πιεσμένο, κοίταξε τη δασκάλα του και είπε: «Κυρία, σας παρακαλώ… υποφέρω σε αυτήν την καρέκλα τόσες ώρες!». Αυτή η κουβέντα δεν ήταν δείγμα ανυπακοής. Ήταν η αλήθεια ενός υπερκινητικού παιδιού που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της σχολικής αίθουσας. Ας δούμε πώς νιώθει ένας μαθητής σε αυτή την κατάσταση.
Κάθομαι στη θέση μου. Η κυρία λέει ότι πρέπει να μείνω ακίνητος, με τα χέρια πάνω στο θρανίο. Όμως για μένα αυτό είναι πολύ δύσκολο. Μετά από λίγα λεπτά, νιώθω το σώμα μου να τσιτώνει και θέλω οπωσδήποτε να σηκωθώ. Δεν είναι ότι θέλω να κάνω φασαρία ή να χαλάσω το μάθημα. Απλώς πρέπει να κουνηθώ. Νιώθω σαν να με τσιμπάνε μυρμήγκια στα πόδια και στην πλάτη. Όσο περισσότερο προσπαθώ να μείνω ακίνητος, τόσο πιο έντονο γίνεται αυτό το συναίσθημα.
Οι μεγάλοι νομίζουν ότι είμαι αφηρημένος ή ότι δεν τους ακούω. Η αλήθεια είναι ότι προσπαθώ πολύ, κάθε λεπτό. Όταν η κυρία εξηγεί το μάθημα, εγώ σκέφτομαι πώς να κρατήσω τα πόδια μου σταθερά στο πάτωμα. Λέω από μέσα μου: «Μην κουνηθείς, μην αλλάξεις θέση». Όμως η ενέργεια μαζεύεται μέσα μου. Αν δεν κουνήσω το πόδι μου ή αν δεν αλλάξω θέση, νιώθω ότι πιέζομαι υπερβολικά. Και το πρόβλημα είναι ότι, όταν προσπαθώ τόσο πολύ να μείνω ακίνητος, μετά δεν μπορώ να συγκεντρωθώ σε αυτά που λέει ο δάσκαλος.
«Πάλι κουνιέσαι;», «Γιατί στριφογυρνάς;», «Συγκεντρώσου επιτέλους!». Οι παρατηρήσεις ξαναέρχονται. Νιώθω άσχημα και νομίζω ότι οι συμμαθητές μου με βλέπουν σαν το «προβληματικό» παιδί της τάξης. Θέλω να είμαι καλός μαθητής και να κάνω τους γονείς μου περήφανους. Θέλω η κυρία να μου χαμογελάει. Όμως ξεχνιέμαι. Μια ξύστρα που πέφτει, ένα χαρτάκι που πρέπει να πετάξω, το να ζητήσω να πάω στην τουαλέτα… όλα είναι δικαιολογίες για να σηκωθώ από την καρέκλα έστω για λίγα δευτερόλεπτα.
Αν μπορούσα να εξηγήσω στην κυρία πώς νιώθω, θα της έλεγα τρία απλά πράγματα. Πρώτον, ότι δεν το κάνω επίτηδες και ότι θέλω να είμαι σωστός στο μάθημα. Δεύτερον, ότι όταν κουνιέμαι δεν σημαίνει ότι δεν προσέχω. Μερικές φορές, το να κουνάω το πόδι μου με βοηθάει να ακούω καλύτερα. Και τρίτον, να μου δίνει μια δουλειά. Αν με βάζεις να σβήνω τον πίνακα, να μοιράζω φυλλάδια ή να μεταφέρω ένα βιβλίο, με βοηθάει πολύ. Έτσι κουνιέμαι με την άδειά της, χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα.
Όταν ένα παιδί τόσο μικρής και τρυφερής ηλικίας φτάνει στο σημείο να πει ότι υποφέρει στην καρέκλα του, μας υπενθυμίζει κάτι βασικό: το σχολείο πρέπει να υπολογίζει και τις φυσικές αντοχές των παιδιών. Η υπερκινητικότητα δεν είναι κακή συμπεριφορά, είναι μια πραγματική σωματική ανάγκη. Αντί λοιπόν να εξαντλούμε την ενέργειά μας σε συνεχείς παρατηρήσεις που φέρνουν φθορά και στους δύο, αξίζει να δοκιμάσουμε κάτι πιο απλό. Μικρές ανάσες κίνησης, ένας ενεργός ρόλος στην τάξη ή ένα νεύμα κατανόησης μπορούν να αλλάξουν όλη τη μέρα αυτού του μαθητή. Στο κάτω κάτω, ο στόχος μας δεν είναι μια τάξη σε απόλυτη ακινησία, αλλά μια τάξη όπου κάθε παιδί νιώθει αρκετά άνετα ώστε να μπορεί να μάθει.
Αθηνά Αλεξάκη (εκπαιδευτικός)