Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τις εξελίξεις στο εκπαιδευτικό σύστημα, χωρίς να διερευνούμε τις μεταβολές στα σχολικά μέσα και υλικά, μέσω των οποίων εξαπλώνονται οι εκπαιδευτικές επιδράσεις.
Ενώ η εποχή από την τυπογραφία μέχρι σήμερα χαρακτηρίστηκε από σταθερά, εξελισσόμενα αλλά στατικά υλικά, σύμφωνα με την ανθρώπινη πνευματική και υλική ανάπτυξη, αντίστοιχα η εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνικής νοημοσύνης, χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα εκπαιδευτικών υλικών.
Το πολλαπλό βιβλίο που εισάγεται στην εκπαίδευση, προσφέρει στα σχολεία μια μεγαλύτερη ευρύτητα επιλογής εκπαιδευτικού υλικού. Η προσθήκη μάλιστα στο έντυπο υλικό, συμπληρωματικών ψηφιακών εργαλείων και διαδικασιών, ενισχύει την δυνατότητα των επιλογών.
Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η χρονική διάρκεια εκπόνησης του υλικού αυτού, από τη στιγμή της σύνταξης των προγραμμάτων σπουδών μέχρι την εισαγωγή τους στα σχολεία για διδακτική εφαρμογή, χρειάστηκε ένα σημαντικό χρόνο, που προσεγγίζει τη δεκαετία.
Ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι προσαρμοσμένο σε προγενέστερες περιόδους στις οποίες η διάρκεια ζωής των σχολικών βιβλίων διαρκούσε για ένα μακρύ χρονικό διάστημα.
Η επιτάχυνση των εξελίξεων σε όλους τους τομείς των γνώσεων, των δεξιοτήτων των κοινωνικών και πολιτισμικών ανακατατάξεων, δημιουργεί την ανάγκη αντίστοιχης επιτάχυνσης της διαδικασίας παραγωγής-ανανέωσης της σχολικής γνώσης μέσω των σχολικών εγχειριδίων.
Δεν είναι βέβαια εφικτή η αναπαραγωγή-ανανέωση του σχολικού υλικού μέσω των σημερινών ρυθμών αναπαραγωγής, που είναι πολύ πιο αργόσυρτοι και επιπλέον εξαιρετικά δαπανηροί.
Επιπλέον αυτές οι διαδικασίες, δημιουργούν ένα μοντέλο μάθησης «από πάνω προς τα κάτω», των «λίγων» ειδικών/διαμορφωτών των εκπαιδευτικών μέσων, προς τους «πολλούς»-τα σχολεία, τους εκπαιδευτικούς και εν τέλει τους μαθητές, που οφείλουν να ακολουθήσουν το μονόδρομο της «εγκεκριμένης» από τους αρμόδιους ροής της σχολικής γνώσης.
Λένε ότι οι επιδράσεις των τεχνολογικών εξελίξεων είναι τέτοιες ώστε από μόνες τους επιβάλλουν νέους τρόπους «ανάγνωσης» των εκπαιδευτικών αναγκών. Στην πραγματικότητα εκείνο που αλλάζει τα πράγματα, είναι οι κοινωνικές, πολιτισμικές αλλαγές, των οποίων η τεχνολογία είναι ένας καταλύτης.
Αλλαγές σε θέματα όπως οι αυξανόμενες κοινωνικές αντιθέσεις, οι αλλαγές στους τρόπους ζωής, στις κλιματικές, ενεργειακές και εργασιακές συνθήκες, εξελίξεις που κάνουν την πληροφορία απεριόριστη και αναγκαία την οικοδόμηση νοήματος, που μετατρέπουν τις γνώσεις σε κατάσταση ρευστότητας και σε διαρκή μετάλλαξη, φέρνουν τις αξίες και τις ικανότητες στο επίκεντρο κ.α.
Λόγω της ευκολίας παραγωγής και του μικρού κόστους των πολλαπλών ψηφιακών υλικών, δίνεται η ευκαιρία για δυνατότητες συν-διαμόρφωσης των απαιτούμενων υλικών από τα σχολεία. Όπου οι εκπαιδευτικοί δεν είναι απλώς μεταδότες, αλλά σχεδιαστές μαθησιακών εμπειριών με βάση το μαθητικό δυναμικό. Αυτό δηλ που οι εκπαιδευτικοί προσπαθούν να διαχειριστούν στις πολυσύνθετες, ετερογενείς σχολικές τάξεις, μπορούν να επιτύχουν καλύτερα με τα κατάλληλα εργαλεία. Και αντί οι μαθητές να αναμετρώνται με την αφομοίωση της σχολικής ύλης για τις εξετάσεις, να αξιοποιούν πηγές και εργαλεία διερεύνησης, σχεδίων μάθησης, εφαρμογής σε περιβάλλοντα ζωής με κριτικά θεώρηση.
Η προσέγγιση αυτή οδηγεί σε διαφορετικά συστήματα αξιολόγησης ικανοτήτων και όχι μόνο αφομοίωσης ύλης, σε πιο ανοικτά προγράμματα που είναι η βάση του συστήματος, στη επαγγελματική ανάπτυξη των εκπαιδευτικών ως σχεδιαστών μαθησιακών δραστηριοτήτων κ.α.
Το ζητούμενο σε όλα αυτά, είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων των πολλαπλών υλικών σε ένα δίκτυο πολλών μέσων και εργαλείων στη διάθεση των σχολείων. Στο οποίο τα έντυπα υλικά εξακολουθούν να έχουν σημαντική και ακόμα σημαντικότερη (αλλά όχι αποκλειστική σχέση), σε ένα οικοσύστημα σχολικών μαθησιακών δυνατοτήτων. Χρειάζεται μια νέα σχέση διαμορφωτών, εκπαιδευτικών, πηγών μάθησης, κεντρικού προγράμματος, τοπικών υλικών, μαθητών.
Το θέμα δεν μόνο η κυρίως η μετάβαση σε ένα σύστημα πολλαπλών βιβλίων-πολλαπλών υλικών. Το ζητούμενο δεν είναι ένα σχολείο με περισσότερα υλικά.
Είναι ένα σχολείο ικανό να μετατρέπει την αφθονία των υλικών σε ουσιαστική μάθηση.
Η πραγματική καινοτομία δεν βρίσκεται στο ότι ο μαθητής έχει περισσότερες πηγές.
Βρίσκεται στο ότι μαθαίνει να σκέφτεται μέσα σε έναν κόσμο πολλαπλών πηγών.
Το θέμα είναι κυρίως η παιδαγωγική και ευρύτερα η κοινωνική διάσταση προς ένα σύστημα όπου εκείνο που έχει αξία είναι η αλλαγή κατεύθυνσης: Από το σχολείο αναπαραγωγής, σε σχολείο συν-παραγωγής της μάθησης, αποφασιστικός παράγοντας στην αντιμετώπιση της διαφορετικότητας των μαθητών και της αύξησης των ευκαιριών μάθησης. Μέσω της δημιουργικής αξιοποίησης τεχνολογικών εργαλείων ως διαμεσολάβηση της μάθησης με κοινωνικό αντίκρισμα, όπως μάθαμε από τον Βιγκότσκι. Αντί της παγίωσης κληρονομημένων ανισοτήτων μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος με τη μονομερή «μηχανοποιημένη» χρήση τεχνολογικών μοντέλων.
Όπως είναι φανερό, η άποψη που υποστηρίζουμε δεν είναι απορριπτική, αλλά μετασχηματιστική της τρέχουσας πραγματικότητας, με κύρια κατεύθυνση την κεντρική ενίσχυση και την υποστήριξη του ρόλου των σχολείων στην παραγωγή, την επέκταση, τη δίκαιη διανομή της μάθησης στις νέες συνθήκες, σε μια δια-βίου σχέση σε κάθε χώρο και σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Χρειάζεται για το σκοπό αυτό ο «συγγραφέας» (που είναι οι πολλοί συγγραφείς) για να γραφτεί μια νέα μαθησιακή-κοινωνική σελίδα