Μια εφ' όλης της ύλης, καθηλωτική και βαθιά ανθρώπινη κριτική για την κατάσταση στην ελληνική εκπαίδευση καταθέτει η εκπαιδευτικός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και γνωστή συγγραφέας Λιάνα Τσιρίδου.
Γεννημένη στις Σάπες Ροδόπης το 1958, μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη με σπουδές Αγγλικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ, η Λιάνα Τσιρίδου ζει και εργάζεται από το 1989 στην Κέρκυρα, έχοντας παράλληλα διαγράψει μια σημαντική πορεία στα ελληνικά γράμματα («Τέλος Παιχνιδιού», «Δεκατρείς νύχτες πριν το ξημέρωμα», «Μικρές σαββατιάτικες ιστορίες», «Δύο αβγά μάτια», «Σκόνη στα φτερά»).
Με την πολύχρονη εμπειρία της μέσα στις σχολικές αίθουσες, αποδομεί το σύγχρονό σχολικό μοντέλο, αναδεικνύοντας τις παθογένειές του αλλά και τον μοναδικό λόγο για τον οποίο κρατιέται ακόμα όρθιο: το προσωπικό μεράκι των εκπαιδευτικών.
Μια «μηχανή» που ισοπεδώνει τον χαρακτήρα των παιδιών
Σε συνέντευξή της, η Λιάνα Τσιρίδου δεν μάσησε τα λόγια της όταν ρωτήθηκε για το τι πραγματικά λείπει από τη σχολική πραγματικότητα, τονίζοντας «για μένα το σημερινό σχολείο είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που θα έπρεπε να είναι. Μα ακριβώς το αντίθετο.»
Όταν δε της ζητήθηκε να περιγράψει την τρέχουσα κατάσταση, η τοποθέτησή της ήταν καταπέλτης για τη δομή του συστήματος. Όπως είπε, είναι «βαρετό, ανταγωνιστικό, με κέντρο τις εξετάσεις και όχι τις ανάγκες ενός παιδιού ή ενός εφήβου. Με ελάχιστο αντίκρισμα στο επίπεδο των γνώσεων και ελάχιστο αντίκρισμα στο επίπεδο των σχέσεων, πώς δομούμε σχέσεις και πώς εξελίσσουμε το χαρακτήρα μας. Είναι μία μηχανή που σε πατάει να μπεις στο καλούπι και να πετύχεις το βαθμό. Τίποτα άλλο.»
Το «αντίδοτο» βρίσκεται στο μεράκι των εκπαιδευτικών
Παρά τη ζοφερή αυτή πραγματικότητα, η έμπειρη καθηγήτρια σπεύδει να αναγνωρίσει ότι υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις, οι οποίες όμως οφείλονται αποκλειστικά στην ατομική προσπάθεια των λειτουργών της εκπαίδευσης και όχι σε κάποια κρατική μέριμνα. Όπως εξηγεί η ίδια «ό,τι καλό γίνεται μες στο σχολείο που ενθουσιάζει τα παιδιά και που τους ανεβάζει άλλες ποιότητες και χαρακτήρα και σκέψεις κτλ. γίνεται γιατί υπάρχουν επίμονοι εκπαιδευτικοί που το παλεύουν κόντρα σε όλες τις αντιξότητες.»
Διευκρινίζοντας μάλιστα αν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, η κ. Τσιρίδου υπογραμμίζει «δεν είναι τόσο μεμονωμένη. Είναι αρκετά μεγάλα κομμάτια, αλλά πάντως είναι από την προσωπική τους πρωτοβουλία και μεράκι. Δεν ενθαρρύνεται καθόλου από το υπουργείο αυτό το πράγμα.»
Η τραγική κατάσταση των υποδομών στην Κέρκυρα
Η κριτική της συγγραφέως δεν περιορίζεται μόνο στο πνευματικό και παιδαγωγικό κομμάτι, αλλά επεκτείνεται και στην υλικοτεχνική υποδομή των σχολικών μονάδων, φέρνοντας ως παράδειγμα την Κέρκυρα, όπου το οξύ στεγαστικό πρόβλημα και η εγκατάλειψη των κτηρίων εγκυμονούν κινδύνους ακόμη και για τη σωματική ακεραιότητα μαθητών και καθηγητών.
«Πρώτα-πρώτα κοιτάξτε τι κτίρια έχουμε στην Κέρκυρα... με τον πλούτο και τις βιλάρες και το δεν ξέρω τι, τα σχολεία μας πέφτουν τα ταβάνια και μας πλακώνουν.»
Η κραυγή αγωνίας της Λιάνας Τσιρίδου αποτυπώνει ανάγλυφα το χάσμα ανάμεσα στο σχολείο που έχει ανάγκη η κοινωνία -ένα σχολείο ανθρωποκεντρικό, δημιουργικό και ασφαλές- και στην ψυχρή, γραφειοκρατική πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά χιλιάδες έφηβοι και εκπαιδευτικοί στη χώρα μας.