Τι σημαίνει τελικά «αύξηση» σε μια εποχή όπου η καθημερινότητα ακριβαίνει με ρυθμούς που θυμίζουν κατήφορο χωρίς φρένα; Η πρόσφατη αναπροσαρμογή των μισθών από την 1η Απριλίου ήρθε να δώσει έναν αριθμό – αλλά όχι μια λύση. Γιατί όταν οι αριθμοί δεν συναντούν την πραγματικότητα, τότε η έννοια της αύξησης μοιάζει περισσότερο με λογιστικό τέχνασμα παρά με ουσιαστική ανακούφιση.
Η αύξηση των 40 ευρώ μικτά –από τα 880 στα 920 ευρώ– μεταφράζεται σε περίπου 24 ευρώ καθαρά τον μήνα. Ένα ποσό που δύσκολα μπορεί να καλύψει ακόμη και μία εβδομάδα βασικών εξόδων. Και αυτό σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια δεν αφήνει περιθώρια: καύσιμα, τρόφιμα, ενέργεια, όλα κινούνται ανοδικά, διαβρώνοντας αθόρυβα αλλά σταθερά το εισόδημα.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος της αύξησης. Είναι κυρίως η απόσταση ανάμεσα στην ονομαστική και την πραγματική αξία του μισθού. Τα τελευταία χρόνια, ο πληθωρισμός έχει «ροκανίσει» περίπου το 21% της αγοραστικής δύναμης. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τις μικρές αυξήσεις, οι εκπαιδευτικοί –και όχι μόνο– βρίσκονται ουσιαστικά φτωχότεροι.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η απώλεια σε πραγματικούς όρους φτάνει κατά μέσο όρο τα 128 ευρώ τον μήνα. Δηλαδή, ακόμη κι αν ο μισθός φαίνεται ελαφρώς αυξημένος, στην πράξη αγοράζει λιγότερα αγαθά από ό,τι πριν λίγα χρόνια. Είναι η κλασική περίπτωση όπου τα νούμερα λένε μια ιστορία, αλλά η καθημερινότητα μια εντελώς διαφορετική.
Και εδώ αναδεικνύεται ένα βαθύτερο ζήτημα: η απουσία ενός μηχανισμού που να προστατεύει τους μισθούς από την ακρίβεια. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή λειτουργεί ως «δίχτυ ασφαλείας», προσαρμόζοντας τους μισθούς στον πληθωρισμό. Στην Ελλάδα, αντίθετα, η προσαρμογή γίνεται αποσπασματικά και συχνά καθυστερημένα.
Το αποτέλεσμα είναι μια συνεχής απώλεια εδάφους. Οι εκπαιδευτικοί βλέπουν το εισόδημά τους να πιέζεται, ενώ οι απαιτήσεις της δουλειάς τους παραμένουν υψηλές –αν όχι αυξανόμενες. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συζήτηση για «αυξήσεις» μοιάζει να χάνει την ουσία της.
Γιατί μια πραγματική αύξηση δεν μπορεί να ξεκινά από τα 24 ευρώ. Θα έπρεπε, τουλάχιστον, να καλύπτει το χαμένο έδαφος. Να επαναφέρει την αγοραστική δύναμη στα επίπεδα του 2019. Και στη συνέχεια να ανοίγει τον δρόμο για μια ουσιαστική αναβάθμιση των αποδοχών, που θα πλησιάζει –έστω σταδιακά– τα προμνημονιακά δεδομένα.
Σε αυτή τη βάση, τα αιτήματα που διατυπώνονται δεν είναι υπερβολικά. Μιλούν για μια συνολική αύξηση της τάξης του 20% στις καθαρές αποδοχές, για επαναφορά μισθολογικών απωλειών προηγούμενων ετών, για κατάργηση επιβαρύνσεων που συνεχίζουν να «κόβουν» εισόδημα. Κυρίως, όμως, μιλούν για ένα σταθερό πλαίσιο προστασίας από την ακρίβεια.
Το ζήτημα των μισθών δεν είναι απλώς οικονομικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και παιδαγωγικό. Όταν ένας εκπαιδευτικός δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες, αυτό δεν αφορά μόνο τον ίδιο. Αφορά το σχολείο, την ποιότητα της διδασκαλίας, την ίδια τη σχέση του με το επάγγελμα.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο κρίσιμο σημείο: η αξιοπρέπεια. Όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως καθημερινή εμπειρία. Ως η δυνατότητα να ζει κανείς χωρίς να μετρά κάθε ευρώ στο τέλος του μήνα.
Η συζήτηση για τις αυξήσεις, λοιπόν, δεν μπορεί να εξαντλείται σε μικρές προσαρμογές. Χρειάζεται μια συνολική επανατοποθέτηση. Γιατί αλλιώς, θα συνεχίσουμε να μιλάμε για «αυξήσεις» που στην πράξη μοιάζουν με… μειώσεις.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Μήνυση Διευθυντή σε 4 εκπαιδευτικούς: Το σχολείο μπροστά σε ένα επικίνδυνο μονοπάτι!
Επίδομα 300 ευρώ: Διευρύνονται οι δικαιούχοι – Πότε πληρώνεται και ποιοι το λαμβάνουν
Λεωνίδας Βουρλιώτης