Η σχολική καθημερινότητα είναι γεμάτη μικρές και μεγάλες ιστορίες. Οι περισσότερες περνούν αθόρυβα, πίσω από τις κλειστές πόρτες των αιθουσών. Κάποιες όμως φτάνουν μέχρι τη διοικητική επικαιρότητα, όχι για παιδαγωγικούς λόγους, αλλά για ζητήματα που αγγίζουν το θεσμικό πλαίσιο και τις υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών.
Μια τέτοια περίπτωση αφορά την πρόσφατη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού για την καταγγελία σύμβασης εργασίας αναπληρωτή εκπαιδευτικού κατά το διδακτικό έτος 2025-2026.
Η απόφαση
Με την υπ’ αριθμ. 17448/Ε1/12.02.2026 απόφαση, το Υπουργείο προχώρησε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας αναπληρωτή εκπαιδευτικού, επικαλούμενο «σπουδαίο λόγο», σύμφωνα με το άρθρο 53 του π.δ. 410/1988.
Σύμφωνα με τα διοικητικά στοιχεία, ο εκπαιδευτικός:
✔ κατά την ανάληψη υπηρεσίας
✔ υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση
✔ βάσει του άρθρου 8 του ν. 1599/1986
δηλώνοντας ότι δεν είχε οποιαδήποτε εμπορική ιδιότητα.
Ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε μεταγενέστερα, υπήρχε ενεργή άσκηση εμπορίας, γεγονός που οδήγησε στη λύση της σύμβασης.
Λίγες μέρες πριν το Υπουργείο Παιδείας προχώρησε στην άμεση ανάκληση πρόσληψης αναπληρώτριας δασκάλας (κλάδου ΠΕ70) για το τρέχον διδακτικό έτος 2025-2026, καθώς κατά τη διαδικασία ανάληψης υπηρεσίας αποκαλύφθηκε πως η εκπαιδευτικός ασκούσε παράλληλα εμπορική δραστηριότητα.
Συγκεκριμένα, η διοίκηση διαπίστωσε ότι η αναπληρώτρια δραστηριοποιούνταν στην εκμετάλλευση τουριστικών επιπλωμένων κατοικιών (τύπου Airbnb), δραστηριότητα που έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.
Μια άλλη διάσταση πίσω από τη διοικητική πράξη
Η υπόθεση αναδεικνύει και ένα ευρύτερο ζήτημα που συχνά προκαλεί σύγχυση:
Τι ακριβώς επιτρέπεται και τι όχι για έναν αναπληρωτή;
Ποιες δραστηριότητες θεωρούνται ασυμβίβαστες;
Πού τελειώνει η συμπληρωματική απασχόληση και πού αρχίζει η εμπορική ιδιότητα;
Όταν η επιβίωση γίνεται παράπτωμα
Υπάρχει μια σιωπηλή αγωνία που δεν αποτυπώνεται σε υπηρεσιακά έγγραφα, ούτε σε πίνακες μοριοδότησης. Είναι εκείνη η αγωνία του αναπληρωτή εκπαιδευτικού που, ανάμεσα σε βαλίτσες, ενοίκια, μετακινήσεις και αβεβαιότητα, προσπαθεί να ισορροπήσει όχι μόνο παιδαγωγικά αλλά και υπαρξιακά.
Τα τελευταία χρόνια, όλο και συχνότερα, ακούμε για περιπτώσεις αναπληρωτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με βαριές ποινές – λύση σύμβασης, ακόμη και απόλυση – επειδή διατηρούν παράλληλα μια άλλη μορφή εισοδήματος. Όχι πολυτέλειες. Όχι επιχειρηματικά εγχειρήματα υψηλών αποδόσεων. Συνήθως πρόκειται για μικρές δραστηριότητες, συμπληρωματικές δουλειές, προσπάθειες οικονομικής ανάσας.
Και εδώ γεννιέται το ερώτημα που δύσκολα απαντάται με ψυχρούς κανονισμούς: Πότε η ανάγκη για επιβίωση μετατρέπεται σε πειθαρχικό αδίκημα;
Η πραγματικότητα πίσω από τον τίτλο «αναπληρωτής»
Η λέξη ακούγεται τεχνική, σχεδόν ουδέτερη. Στην πράξη όμως περιγράφει μια ζωή διαρκούς μετάβασης. Άλλος τόπος κάθε χρόνο – ή και μέσα στην ίδια χρονιά. Προσωρινότητα στις σχέσεις, στην κατοικία, στον προγραμματισμό, στην ίδια την αίσθηση του «ανήκειν».
Οι περισσότεροι αναπληρωτές:
πληρώνουν ενοίκιο σε πόλη που συχνά δεν επέλεξαν,
συντηρούν δεύτερο σπίτι ή οικογένεια αλλού,
ζουν με σύμβαση ορισμένου χρόνου,
αγωνιούν κάθε καλοκαίρι για το αν και πού θα εργαστούν.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αναζήτηση συμπληρωματικού εισοδήματος δεν είναι στρατηγική κέρδους. Είναι στρατηγική επιβίωσης.
Όταν το σύστημα αγνοεί την ανθρώπινη διάσταση
Η διοίκηση οφείλει να λειτουργεί με κανόνες. Αυτό είναι αυτονόητο. Το πρόβλημα όμως δεν βρίσκεται στην ύπαρξη κανόνων, αλλά στη μηχανιστική εφαρμογή τους χωρίς αναγνώριση της πραγματικής ζωής.
Ένας εκπαιδευτικός που:
μετακινείται εκατοντάδες χιλιόμετρα,
αμείβεται με περιορισμένο μισθό,
ζει σε συνθήκες διαρκούς εργασιακής αβεβαιότητας,
δεν μπορεί να αξιολογείται σαν να λειτουργεί σε ένα περιβάλλον οικονομικής σταθερότητας.
Η αυστηρότητα, όταν αποκόπτεται από την κοινωνική πραγματικότητα, παύει να είναι δικαιοσύνη και γίνεται ακαμψία.
Το ηθικό παράδοξο
Εδώ αναδύεται ένα βαθύτερο παράδοξο.
Η Πολιτεία:
- ζητά από τον εκπαιδευτικό αφοσίωση, επαγγελματισμό, διαρκή επιμόρφωση
- αναγνωρίζει την παιδαγωγική του ευθύνη
- στηρίζεται στη διαθεσιμότητά του
Αλλά ταυτόχρονα:
- συχνά δεν του προσφέρει σταθερότητα
- δεν διασφαλίζει προβλέψιμο εργασιακό ορίζοντα
- αντιμετωπίζει την προσπάθεια οικονομικής ενίσχυσης ως παρατυπία
Το μήνυμα που εκπέμπεται – έστω και άθελά του – μοιάζει αντιφατικό: «Να είσαι πλήρως διαθέσιμος, αλλά διαρκώς επισφαλής.»
Οι συνέπειες που δεν συζητάμε αρκετά
Οι ποινές δεν είναι απλώς διοικητικές πράξεις. Έχουν βαθιές προσωπικές και επαγγελματικές επιπτώσεις:
οικονομική αποσταθεροποίηση,
ψυχολογική φθορά,
αίσθημα ανασφάλειας,
διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης με το σύστημα.
Και το πιο κρίσιμο:
Επηρεάζουν ανθρώπους που καθημερινά καλούνται να στηρίζουν παιδιά.
Ένας εκπαιδευτικός που ζει υπό καθεστώς φόβου και ανασφάλειας δυσκολεύεται να προσφέρει εκείνη τη συναισθηματική σταθερότητα που απαιτεί η εκπαιδευτική πράξη.
Μια άλλη οπτική είναι εφικτή
Η συζήτηση δεν χρειάζεται να είναι συγκρουσιακή. Μπορεί να είναι δημιουργική.
Ίσως η λύση να μην βρίσκεται ούτε στην απόλυτη απαγόρευση ούτε στην ανεξέλεγκτη ελευθερία, αλλά σε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση:
-σαφείς και δίκαιοι κανόνες
-διαφάνεια
-διάκριση μεταξύ σύγκρουσης συμφερόντων και απλής συμπληρωματικής απασχόλησης
-αξιολόγηση με κοινωνική ευαισθησία
Γιατί άλλο πράγμα είναι η επαγγελματική ασυμβατότητα και άλλο η ανθρώπινη ανάγκη.
Κάθε φορά που αναδεικνύονται τέτοια ζητήματα, ανοίγει ένας χώρος δημόσιου διαλόγου. Και αυτό, από μόνο του, είναι ελπιδοφόρο.
Δείχνει ότι:
οι εκπαιδευτικοί δεν είναι απρόσωπες μονάδες,
η κοινωνία αρχίζει να βλέπει πίσω από τις διοικητικές ορολογίες,
υπάρχει ανάγκη για πιο ανθρώπινες πολιτικές.
Η εκπαίδευση δεν είναι μόνο θεσμός. Είναι κοινότητα ανθρώπων.
Πίσω από κάθε σύμβαση υπάρχει ένας άνθρωπος.
Πίσω από κάθε ποινή, μια ζωή που ανατρέπεται.
Πίσω από κάθε αναπληρωτή, ένας εκπαιδευτικός που – παρά την αβεβαιότητα – συνεχίζει να στέκεται μπροστά σε μια τάξη.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία: Η παιδεία δεν μπορεί να οικοδομείται πάνω σε όρους που δυσκολεύουν την ίδια την επιβίωση εκείνων που την υπηρετούν.
Γιατί ένας εκπαιδευτικός που παλεύει να σταθεί όρθιος δεν ζητά προνόμια.
Ζητά απλώς το αυτονόητο: να μη θεωρείται η ανάγκη του για αξιοπρεπή διαβίωση ένα είδος παραπτώματος.
Και αυτή δεν είναι μόνο εργασιακή συζήτηση. Είναι βαθιά κοινωνική. Είναι βαθιά ανθρώπινη.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Χρήστος Κάτσικας