Η υπόθεση της διευθύντριας Γυμνασίου στις Σέρρες, η οποία τέθηκε σε διαθεσιμότητα έπειτα από καταδικαστική δικαστική απόφαση για περιστατικό βίας σε βάρος ανήλικου μαθητή, σε συνδυασμό με σοβαρές καταγγελίες για προσβλητική και επιθετική συμπεριφορά απέναντι σε εργαζόμενους του σχολείου, δεν αποτελεί «μεμονωμένο περιστατικό». Αντίθετα, αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο τις βαθιές παθογένειες του σχολείου και τον ρόλο που διαδραματίζει ο διοικητικός μηχανισμός της εκπαίδευσης στο πλαίσιο της κυρίαρχης κυβερνητικής πολιτικής.
Παρά το βάρος της υπόθεσης, η πλειονότητα των ΜΜΕ επιλέγει να αποσιωπήσει ή να υποβαθμίσει ένα κρίσιμο στοιχείο: ότι η καταδικασθείσα δεν ήταν απλώς «μια εκπαιδευτικός», αλλά διευθύντρια σχολικής μονάδας. Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Μετατοπίζει τις ευθύνες στην ατομική συμπεριφορά ενός προσώπου και αποκόπτει το γεγονός από το θεσμικό πλαίσιο που το παρήγαγε και το κάλυψε. Έτσι, το πρόβλημα παρουσιάζεται ως «ατυχές συμβάν», και όχι ως σύμπτωμα ενός αυταρχικού και κομματικά ελεγχόμενου συστήματος διοίκησης της εκπαίδευσης.
Αποκρύπτεται επίσης συστηματικά το πώς η συγκεκριμένη διευθύντρια επιλέχθηκε και αξιολογήθηκε. Σύμφωνα με δημόσιες αναφορές, τα συμβούλια επιλογής τη βαθμολόγησαν ως «άριστη» (17/20), αποδίδοντάς της υψηλότατες επιδόσεις (10/10 από τους Συμβούλους Εκπαίδευσης) τόσο στη διοίκηση όσο και στις σχέσεις με μαθητές και προσωπικό. Το ερώτημα είναι αμείλικτο: πώς μια διευθύντρια που σήμερα καταδικάζεται για βία και καταγγέλλεται για αυταρχική συμπεριφορά είχε προηγουμένως λάβει άριστες αξιολογήσεις από τον διοικητικό μηχανισμό της εκπαίδευσης;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε «ψυχολογικά ζητήματα», όπως πρόθυμα διακινεί η μεγάλη πλειονότητα των ΜΜΕ. Οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν καλά ότι η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται αλλού: στην εκπαιδευτική πολιτική της κυβέρνησης και σε έναν διοικητικό μηχανισμό βαθιά κομματικοποιημένο, που λειτουργεί με όρους πελατειακών σχέσεων. Τα συμβούλια επιλογής στελεχών δεν αξιολογούν αντικειμενικά· ανταμείβουν, κατά κανόνα, τους «αρεστούς» και τους πειθήνιους, εκείνους που μπορούν να λειτουργήσουν ως κρίκοι ενός αυταρχικού συστήματος ελέγχου.
Τα όσα συνέβησαν στις πρόσφατες κρίσεις διευθυντών σχολικών μονάδων δεν αποτελούν εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Ο διοικητικός μηχανισμός της εκπαίδευσης, όπως και ο κρατικός μηχανισμός συνολικά, ανασυγκροτείται κάθε φορά ως φέουδο της εκάστοτε κυβέρνησης. Ο ρόλος του δεν περιορίζεται στην εφαρμογή της εκπαιδευτικής πολιτικής, αλλά επεκτείνεται στη συστηματική επιτήρηση, χειραγώγηση και πειθάρχηση των εκπαιδευτικών.
Τα τελευταία νομοθετικά μέτρα έρχονται να ολοκληρώσουν αυτή τη μετάλλαξη. Ο σύλλογος διδασκόντων απονευρώνεται, η εργασιακή δημοκρατία υπονομεύεται και ο διευθυντής μετατρέπεται σε απόλυτο άρχοντα της σχολικής ζωής, με χαρακτηριστικά μάνατζερ: επιλέγει υποδιευθυντή, καθορίζει προτεραιότητες αξιολόγησης, διαμορφώνει το πρόγραμμα. Η συλλογικότητα αντικαθίσταται από τον αυταρχισμό και τον φόβο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επίκληση μιας «αντικειμενικής» και «αξιοκρατικής» αξιολόγησης μοιάζει κυνική. Η αξιολόγηση δεν είναι ουδέτερη διαδικασία. Αποτελεί εργαλείο πολιτικής επιλογής, μηχανισμό ανάδειξης των «ημετέρων» και μέσο πειθάρχησης όσων αντιστέκονται. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Σύμβουλοι Εκπαίδευσης σιωπούν μπροστά στη διαρκή επίθεση στο δημόσιο σχολείο, ενώ ταυτόχρονα πρωτοστατούν σε πειθαρχικές διώξεις αγωνιζόμενων εκπαιδευτικών, με μεθόδους που θυμίζουν σκοτεινές περιόδους της ιστορίας.
Η υπόθεση της διευθύντριας στις Σέρρες δεν είναι απλώς ένα σκάνδαλο. Είναι ένας καθρέφτης. Και σε αυτόν αντικατοπτρίζεται ο «αθώος» διοικητικός μηχανισμός της εκπαίδευσης, η διαβόητη αξιολόγηση και μια πολιτική που μετατρέπει το σχολείο από χώρο παιδαγωγικής και δημοκρατίας σε χώρο φόβου, ελέγχου και υποταγής.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Μήπως έχετε κλήσεις που αγνοείτε; Πώς να τις ελέγξετε online
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις
Γιώργος Καββαδίας