Κάθε φορά που η ανήλικη παραβατικότητα επανέρχεται στο δημόσιο διάλογο, το σχολείο τοποθετείται σχεδόν αυτόματα στο επίκεντρο. Άλλοτε ως χώρος που δεν πρόλαβε να παρέμβει, άλλοτε ως θεσμός που απέτυχε να λειτουργήσει προληπτικά. Πρόκειται, ωστόσο, για μια ανάγνωση που συχνά παραβλέπει μια βασική πραγματικότητα: το σχολείο δεν λειτουργεί σε κοινωνικό κενό. Αντίθετα, αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας, με τις ίδιες ανισότητες, τις ίδιες εντάσεις και τις ίδιες δομικές αδυναμίες.
Οι μαθητές δεν εισέρχονται στην τάξη αποκομμένοι από το κοινωνικό και οικογενειακό τους περιβάλλον. Μεταφέρουν εμπειρίες οικονομικής ανασφάλειας, οικογενειακής πίεσης, συναισθηματικής απορρύθμισης και συχνά κοινωνικού αποκλεισμού. Το σχολείο καλείται να διαχειριστεί όλα αυτά, την ίδια στιγμή που οφείλει να ανταποκριθεί σε αυξημένες ακαδημαϊκές απαιτήσεις, διοικητικές υποχρεώσεις και μια διαρκή αξιολογική πίεση. Η πρόληψη της ανήλικης παραβατικότητας στο σχολικό πλαίσιο παραμένει, στην πράξη, αποσπασματική. Παρά τις κατά καιρούς εξαγγελίες, η σταθερή και ουσιαστική παρουσία ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στα σχολεία εξακολουθεί να είναι περιορισμένη. Οι παρεμβάσεις συχνά ενεργοποιούνται εκ των υστέρων, όταν ένα πρόβλημα έχει ήδη εκδηλωθεί, αντί να λειτουργούν προληπτικά και υποστηρικτικά. Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να διαχειριστούν σύνθετες ψυχοκοινωνικές καταστάσεις χωρίς την απαραίτητη θεσμική επιμόρφωση και χωρίς ένα σταθερό δίκτυο υποστήριξης.
Το σχολείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο χώρος μετάδοσης γνώσεων. Είναι βασικός χώρος κοινωνικοποίησης. Εκεί διαμορφώνονται σχέσεις, συγκρούσεις, ρόλοι και ταυτότητες. Εκεί αναπαράγονται, αλλά και μπορούν να αμφισβητηθούν, κοινωνικά πρότυπα και ανισότητες. Μαθητές που βιώνουν αποκλεισμό ή δυσκολία ένταξης εμφανίζουν συχνότερα συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται βιαστικά ως παραβατικές, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν εκφράσεις συσσωρευμένης ματαίωσης και αδυναμίας σύνδεσης. Όταν το σχολείο δεν διαθέτει τον χρόνο, τα μέσα και το κατάλληλο προσωπικό για να «διαβάσει» αυτές τις συμπεριφορές παιδαγωγικά, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει περισσότερο ως μηχανισμός πειθάρχησης παρά ως χώρος ένταξης. Η κοινωνιολογική προσέγγιση του φαινομένου δείχνει ότι η ανήλικη παραβατικότητα δεν εμφανίζεται αιφνίδια, αλλά διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από εμπειρίες αορατότητας, αποσύνδεσης και έλλειψης νοήματος.
Η έγκαιρη παρέμβαση στο σχολικό περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει ανασχετικά σε αυτή την πορεία, μόνο όμως όταν εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής πολιτικής. Το σχολείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις κοινωνικές υπηρεσίες, ούτε να επωμιστεί μόνο του την ευθύνη της πρόληψης. Μπορεί, όμως, να αποτελέσει κρίσιμο κόμβο έγκαιρης ανίχνευσης και στήριξης, εφόσον του δοθούν οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Αν λοιπόν πράγματι επιθυμούμε ουσιαστική πρόληψη της ανήλικης παραβατικότητας, οφείλουμε να επενδύσουμε στο σχολείο όχι ως μηχανισμό ελέγχου, αλλά ως χώρο σχέσεων, στήριξης και εμπιστοσύνης. Με σταθερό επιστημονικό προσωπικό, με επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και με πολιτικές που αναγνωρίζουν ότι το σχολείο αντανακλά τη συνολική κοινωνική κατάσταση. Διαφορετικά, θα συνεχίσει να καλείται να διαχειρίζεται τις συνέπειες προβλημάτων που γεννιούνται πολύ πριν εμφανιστούν στην αυλή του.
Δρ. Μήνα Κούκου
Διδάσκουσα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Μήπως έχετε κλήσεις που αγνοείτε; Πώς να τις ελέγξετε online
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις