Η περίοδος που διανύουμε χαρακτηρίζεται από πόλεμο στην ευρωπαϊκή ήπειρο, παρατεταμένη αστάθεια στη γειτονιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενεργειακή ανασφάλεια και αβεβαιότητα για τη διατλαντική σχέση.
Οι συνθήκες αυτές πιέζουν την ΕΕ να επανακαθορίσει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και να μετατρέψει τη στρατιωτική ετοιμότητα σε κεντρική πολιτική προτεραιότητα. Αυτό δεν μένει στο επίπεδο των διακηρύξεων, αλλά αποτυπώνεται σε συγκεκριμένα εργαλεία, όπως οι στρατηγικές ReArm και Readiness, που οργανώνουν νέες δημοσιονομικές και βιομηχανικές επιλογές.
Παράλληλα, αναδεικνύεται το στρατηγικό όριο μιας ευρωπαϊκής άμυνας χωρίς πολιτική ενοποίηση. Γιατί οι εξοπλισμοί από μόνοι τους δεν δημιουργούν αποτροπή, όταν οι εθνικές στρατηγικές παραμένουν κατακερματισμένες και οι πολιτικές αποφάσεις δεν συντονίζονται ουσιαστικά. Η τεχνική ισχύς, όσο αναγκαία και αν είναι, δεν υποκαθιστά τη συλλογική πολιτική βούληση ούτε εξασφαλίζει θεσμική συνοχή.
Επιπλέον, όταν μιλάμε για πολεμική οικονομία, η συζήτηση δεν περιορίζεται στους εξοπλισμούς και στους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συνολική ανακατανομή δημόσιων πόρων, προτεραιοτήτων και πολιτικών κατευθύνσεων. Αν η αύξηση των αμυντικών δαπανών αποδυναμώσει πολιτικές συνοχής και κοινωνικής προστασίας, τότε η ίδια η έννοια της ασφάλειας αποσταθεροποιείται. Χωρίς κοινωνική συνοχή, καμία στρατηγική άμυνας δεν μπορεί να σταθεί μακροπρόθεσμα.
Σε αυτό το σημείο η συζήτηση περιλαμβάνει και το ρόλο του πανεπιστημίου. Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική ζητά από τα πανεπιστήμια να συμβάλουν όχι μόνο με τεχνολογική έρευνα, αλλά και με εκπαίδευση ανθρώπινου δυναμικού και συμμετοχή σε προγράμματα διττής χρήσης (αμυντικής και πολιτικής). Αυτό όμως δεν είναι ουδέτερη εξέλιξη. Αν η ακαδημαϊκή δραστηριότητα προσαρμοστεί αποκλειστικά στις χρηματοδοτικές ροές και στις γεωπολιτικές πιέσεις, τότε οι ερευνητικές προτεραιότητες θα μετατοπιστούν χωρίς δημόσιο διάλογο και χωρίς κοινωνικό έλεγχο. Αντίθετα, ένα Πανεπιστήμιο με θεσμικό ρόλο μπορεί να συνδέσει την πολιτική της άμυνας με τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την αξιολόγηση των κοινωνικών επιπτώσεων.
Στο ελληνικό πλαίσιο, το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο ορατό. Η χώρα υλοποιεί εδώ και χρόνια μεγάλης κλίμακας εξοπλιστικά προγράμματα χωρίς σταθερή σύνδεση ούτε με την πανεπιστημιακή έρευνα, ούτε και με την παραγωγική βάση, δηλαδή χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής και ναυπηγικής βιομηχανίας. Τα δημόσια κονδύλια δεν μετατρέπονται σε τεχνογνωσία, σε καινοτομία και σε θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης, αλλά κυρίως σε εισαγωγές και σε μακροχρόνιες δημοσιονομικές δεσμεύσεις. Αν αυτό το μοντέλο συνεχιστεί και στο νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, τότε η πολεμική οικονομία για τη χώρα θα σημαίνει αυξημένο κόστος χωρίς αναπτυξιακό αντίκρισμα.
Γι’ αυτό και το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η ΕΕ και η Ελλάδα θα επενδύσουν στην ασφάλεια. Αυτό ήδη συμβαίνει. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν η ετοιμότητα θα συνδεθεί με παραγωγική ανασυγκρότηση, με ενίσχυση της γνώσης και με δημοκρατική λογοδοσία ή εάν θα περιοριστεί σε έναν κύκλο αγορών και τεχνοκρατικών αποφάσεων μακριά από την κοινωνία.
*Βουλευτή Ηλείας του ΠΑΣΟΚ. Άρθρο του από το Pagenews.
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Μήπως έχετε κλήσεις που αγνοείτε; Πώς να τις ελέγξετε online
Voucher 750 ευρώ σε εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα - Ανοίγουν οι αιτήσεις