Απόφαση: Με τον νου ή με την καρδιά;
Θέματα διαχείρισης σταδιοδρομίας, επαγγελματικής ανάπτυξης και προσανατολισμού

Της Εύης Ροδά*

Αναμφίβολα κάθε άνθρωπος χαρακτηρίζεται για τις ιδιαιτερότητες που συνθέτουν τη δική του προσωπικότητα και σε αυτά τα πλαίσια χρησιμοποιεί τη δική του τακτική και μέθοδο στον τρόπο που λαμβάνει αποφάσεις. Ιδιαίτερα στον τομέα των αποφάσεων που αφορούν το εκπαιδευτικό και επαγγελματικό μέλλον του, έχουν παρατηρηθεί μερικά πρότυπα συμπεριφοράς, τα οποία  επαναλαμβάνονται με κάποια σταθερότητα και συνέπεια.

Κάποια άτομα προσεγγίζουν την απόφαση γνωστικά και αποφασίζουν με τον ορθολογικό τρόπο. Η απόφασή τους στηρίζεται στη γνώση του εξωτερικού περιβάλλοντος σε συνδυασμό με τη γνώση του εαυτού τους. Προετοιμάζονται αναζητώντας πληροφορίες για τις σπουδές, τα επαγγέλματα, τις προοπτικές, τις συνθήκες εργασίας, τις οικονομικές απολαβές, την δυνατότητα απασχόλησης στο μέλλον κ.λπ. και ταυτόχρονα διερευνούν τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά, τις ικανότητες που διαθέτουν, τις δεξιότητες που έχουν αναπτύξει, τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντά τους, τις κλίσεις τους και γενικά όλα τα στοιχεία της προσωπικότητάς τους. Σύμφωνα με τη γνωστική θεώρηση, η απόφαση επιλογής επαγγέλματος λαμβάνεται προσεκτικά και λογικά, είτε με τη μέθοδο του «επιθυμητού», δηλαδή υπάρχει μια συγκεκριμένη επιθυμία που καθορίζει την απόφασή του, είτε με τη μέθοδο της «αποφυγής», κατά την οποία το άτομο έχει συνειδητοποιήσει την ανεπιθύμητη έκβαση και προσπαθεί να αποφύγει την απόφαση που οδηγεί στο αποτέλεσμα που δεν επιθυμεί, είτε με τη μέθοδο της «ασφάλειας», όπου επιλέγεται η λύση με τις περισσότερες πιθανότητες να φέρει επιτυχία στο άτομο, (δηλαδή την εκ του ασφαλούς επιτυχία) και τέλος με τη μέθοδο του «συνδυασμού» με την οποία το άτομο βασίζεται σε έναν συνδυασμό όλων των παραπάνω προσεγγίσεων.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι καμιά από τις παραπάνω μεθόδους δεν είναι καλή ή κακή, καλύτερη ή χειρότερη κλπ. Μπορεί μάλλον να είναι «καταλληλότερη» ή «μη κατάλληλη» για συγκεκριμένα άτομα και συγκεκριμένες περιπτώσεις.  Μπορεί ακόμη να είναι επιθυμητή ή ανεπιθύμητη, ίσως και δυνατή ή αδύνατη για κάποια άτομα.

Μερικοί αποφασίζουν με διαισθητικό-ενορατικό τρόπο, με τρόπο δηλαδή που αφορά λιγότερο τη λογική και περισσότερο τη χρήση του συναισθήματος και της φαντασίας. Είναι αποφάσεις αυθόρμητες και απαιτούν λίγο χρόνο, λίγες πληροφορίες και ελάχιστο σχεδιασμό. Συνήθως τα άτομα που αποφασίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς έχουν αποφασίσει, δεν έχουν υιοθετήσει κάποια στρατηγική, βασίζονται στη διαίσθησή τους και οι δράσεις για την επίτευξη του στόχου τους γίνονται αυθόρμητα, γρήγορα και τυχαία.

Τέλος, κάποιοι άλλοι αφήνονται στον εξαρτημένο τρόπο, ο οποίος διέπεται από μια άρνηση προσωπικής ευθύνης. Τα άτομα που επιλέγουν αυτόν τον τρόπο μεταθέτουν την ευθύνη της απόφασης σε κάποιον εξωτερικό παράγοντα,  επηρεάζονται σημαντικά από τις προσδοκίες και τις επιθυμίες των «σημαντικών άλλων» ή δέχονται μοιρολατρικά τις καταστάσεις και τις αποφάσεις των άλλων, είναι παθητικοί και υποχωρητικοί και τείνουν να έχουν έντονη την ανάγκη για κοινωνική αποδοχή. Η παραίτηση αυτή τους δίνει μεν μια πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά τους περιορίζει σε ένα πλαίσιο με αυστηρές και περιορισμένες επιλογές.

Προς αποφυγή θα ήταν η συμπεριφορά «αγωνίας» ή «παράλυσης»,  που παρουσιάζουν κάποιοι που έχουν κατακυριευτεί από την κατάσταση της απόφασης, έχουν χαθεί στη μελέτη των εναλλακτικών λύσεων και πνιγεί στις πληροφορίες και στα δεδομένα και εννοείται πώς η κατάσταση έχει μετατραπεί σε σοβαρό δίλημμα. Η έκφραση «δεν μπορώ να βγάλω άκρη» είναι αντιπροσωπευτική για αυτούς τους τύπους και πιθανόν να φτάσουν σε σημείο να αδυνατούν να αποφασίσουν και τελικά να καταλήξουν (πιθανόν) σε όχι καλή απόφαση ή σε λάθος απόφαση ή ακόμα και σε καθόλου απόφαση.

Για να αυξηθούν οι πιθανότητες λήψης μιας «συνετής» απόφασης, πρέπει να ακολουθηθεί μια ορισμένη αλληλουχία σταδίων και να υπάρχουν ορισμένες προϋποθέσεις ώστε να είναι δυνατή η υλοποίηση των σταδίων αυτών (Δημητρόπουλος, 2002)

  • Η νοητική ωριμότητα και πληρότητα είναι η πρώτη προϋπόθεση για να γίνει ένας λογικός συνδυασμός δεδομένων και μια επαρκής αξιολόγηση καταστάσεων, ιδιοτήτων, χαρακτηριστικών εαυτού, περιβάλλοντος κ.λπ.
  • Η συναισθηματική ωριμότητα και ηρεμία είναι η δεύτερη προϋπόθεση προκειμένου να μη μετατραπεί η απόφαση σε συναισθηματική αντίδραση.
  • Η ισορροπία μεταξύ γνωστικού και συναισθηματικού στοιχείου είναι η τρίτη και απαραίτητη προϋπόθεση γιατί σε αντίθετη περίπτωση το ένα στοιχείο θα λειτουργεί υπερτροφικά εις βάρος του άλλου.

Όταν λείπουν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, είναι αδύνατη η λήψη καλών αποφάσεων και η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος πρέπει να αποτελεί μέριμνα του προσανατολισμού.

Μια ολοκληρωμένη διαδικασία λήψης απόφασης, λοιπόν, θα πρέπει να περιλαμβάνει έναν συνδυασμό «γνωστικού» και «συναισθηματικού» στοιχείου και να είναι αποτέλεσμα μιας καλά οργανωμένης, σχεδιασμένης και προγραμματισμένης διαδικασίας.

 

 

*Η Εύη Ροδά είναι Εκπαιδευτικός, πτυχιούχος Νομικής ΑΠΘ, MSc στην Εκπαιδευτική Διοίκηση και Ηγεσία από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τελειόφοιτη του Προγράμματος Εξειδίκευσης στη Συμβουλευτική και τον Προσανατολισμό από την ΑΣΠΑΙΤΕ.

e-mail: [email protected]
 

σχετικά άρθρα

ΣΥΡΙΖΑ: Η κυβέρνηση απέρριψε την τροπολογία για το παράβολο του ΑΣΕΠ
ΣΥΡΙΖΑ: Η κυβέρνηση απέρριψε την τροπολογία για το παράβολο του ΑΣΕΠ
Για πολιτική αναλγησία απέναντι σε χιλιάδες εκπαιδευτικούς και επιστήμονες κάνει λόγο η αναπληρώτρια τομεάρχης Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ, Μερόπη Τζούφη
ΣΥΡΙΖΑ: Η κυβέρνηση απέρριψε την τροπολογία για το παράβολο του ΑΣΕΠ