Ιδιαίτερο πολιτικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η νέα δημοσκόπηση της εταιρείας Alco που διενεργήθηκε στα τέλη Οκτωβρίου, φέρνοντας στο προσκήνιο το μεγάλο οξύμωρο της σημερινής πολιτικής συγκυρίας. Στην πρόθεση ψήφου, η μέτρηση δεν καταγράφει σημαντικές ανατροπές, με τη Νέα Δημοκρατία να διατηρεί την πρώτη θέση συγκεντρώνοντας 23,4% (καταγράφοντας οριακή πτώση 0,4% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο). Η διαφορά από τον κύριο αντίπαλο παραμένει διψήφια, επιβεβαιώνοντας πως το κυβερνών κόμμα παραμένει στην κορυφή του πολιτικού χάρτη παρά τις φθορές της διακυβέρνησης.
Στη δεύτερη θέση της πρόθεσης ψήφου βρίσκεται η ΕΛΑΣ με ποσοστό 13,4% (-0,4%), ακολουθούμενη από το ΠΑΣΟΚ που καταγράφει 11,2% (+0,2%). Η μεταξύ τους απόσταση διαμορφώνεται πλέον στις δύο ποσοστιαίες μονάδες έναντι 2,6% τον προηγούμενο μήνα. Στην υπόλοιπη κοινοβουλευτική σκακιέρα, το ΚΚΕ συγκεντρώνει 7,1% (χωρίς μεταβολή), η Ελληνική Λύση ανεβαίνει στο 5,8% (+2%), η Πλεύση Ελευθερίας φτάνει στο 3,7% (+0,2%) και η Ελπίδα για τη Δημοκρατία καταγράφει 3,1% (+0,13%), ενώ η «δεξαμενή» των αναποφάσιστων παραμένει υψηλή στο 15,9%, με πάνω από τους μισούς εξ αυτών να προέρχονται από το εκλογικό σώμα της ΝΔ στις προηγούμενες εκλογές.
Το πλέον εντυπωσιακό στοιχείο της μέτρησης εντοπίζεται στα ποιοτικά ερωτήματα, όπου αποτυπώνεται με απόλυτη σαφήνεια ένα συντριπτικό αίτημα για πολιτική αλλαγή. Ειδικότερα, το 68% των πολιτών δηλώνει κατηγορηματικά ότι χρειαζόμαστε άλλη κυβέρνηση, σε αντίθεση με μόλις το 25% που επιθυμεί να δοθεί τρίτη ευκαιρία στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το ποσοστό όσων τάσσονται υπέρ της συνέχειας της παρούσας διακυβέρνησης συμπίπτει σχεδόν απόλυτα με το ποσοστό πρόθεσης ψήφου της Νέας Δημοκρατίας, καταδεικνύοντας τα στενά όρια της κυβερνητικής επιρροής.
Αυτό το ισχυρό ρεύμα αμφισβήτησης τροφοδοτείται άμεσα από τη βαθιά δυσαρέσκεια για την ακρίβεια και την οικονομική καθημερινότητα. Μόλις το 19% των πολιτών δηλώνει ικανοποιημένο από το κυβερνητικό έργο, την ώρα που το 55% δηλώνει καθόλου ικανοποιημένο. Παράλληλα, το μέγεθος της κοινωνικής πίεσης αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το 84% θεωρεί πιθανό να αναγκαστεί να περιορίσει βασικές αγορές αγαθών, με το 40% να το χαρακτηρίζει αρκετά πιθανό για το άμεσο μέλλον.
Επιπλέον, η κοινωνία απορρίπτει συντριπτικά το κυβερνητικό αφήγημα που αποδίδει την ακρίβεια αποκλεισδτικά στη διεθνή κρίση, καθώς μόλις το 29% υιοθετεί αυτή την ερμηνεία. Αντίθετα, η συντριπτική πλειοψηφία εντοπίζει εγχώριες αιτίες, με το 45% να επιρρίπτει την ευθύνη απευθείας στην ασκούμενη κυβερνητική πολιτική, καταδεικνύοντας έλλειψη εμπιστοσύνης στους χειρισμούς του οικονομικού επιτελείου.
Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται το μεγάλο πολιτικό παράδοξο: υπό κανονικές συνθήκες, μια κυβέρνηση με τέτοια ποσοστά δυσαρέσκειας και καταγραφής αιτήματος αλλαγής θα όδευε με μαθηματική ακρίβεια προς την εκλογική ήττα. Ωστόσο, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρωτοπορία λόγω των αδυναμιών και του κατακερματισμού της αντιπολίτευσης, ιδιαίτερα στον κεντροαριστερό χώρο, καθώς κανένα κόμμα δεν διαθέτει μέχρι στιγμής μια ηγεμονική πρόταση διακυβέρνησης. Η έλλειψη αξιόπιστης εναλλακτικής προοπτικής συνιστά τελικά το βασικότερο «σωσίβιο» της κυβέρνησης στη σημερινή πολιτική σκηνή.