Στο πλαίσιο των εργασιών της Γ’ Διεθνούς Διάσκεψης του Ινστιτούτου του, με κεντρικό θέμα τη «Διάσκεψη για την Ειρήνη και την Κοινωνική Δικαιοσύνη σε μία εποχή πολλαπλών κρίσεων», ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε αναλυτικά τις θέσεις του για την εξωτερική πολιτική και τα εθνικά ζητήματα. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Ερευνών «Προμηθέας». Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο πρώην πρωθυπουργός και πρόεδρος της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης εξέφρασε μια συγκεκριμένη οπτική για την έννοια του πατριωτισμού, τονίζοντας ότι αυτός δεν εξαντλείται σε συνθήματα, αλλά μεταφράζεται στην ανάληψη πολιτικού κόστους για την επίλυση χρόνιων προβλημάτων, ώστε αυτά να μην κληροδοτούνται διογκωμένα στις επόμενες γενιές.
Η αυτοτέλεια της Κύπρου και ο ρόλος της Αθήνας
Αναφερόμενος διεξοδικά στο Κυπριακό, ο Αλέξης Τσίπρας ξεκαθάρισε ότι η ελληνική πλευρά οφείλει να στέκεται αδιαπραγμάτευτα στο πλευρό της Κύπρου όποτε εκείνη το ζητήσει. Υπογράμμισε, ωστόσο, μια κρίσιμη θεσμική παράμετρο: η Κυπριακή Δημοκρατία διατηρεί την πλήρη αυτοτέλειά της και τις δικές της εσωτερικές διαδικασίες, επομένως η ίδια ορίζει το περιεχόμενο και τον χρόνο των αιτημάτων της.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα πρέπει να λειτουργεί ως σταθερός αρωγός για την προάσπιση της ασφάλειας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου, όπως αυτά υπαγορεύονται από το διεθνές δίκαιο. Ο πρώην πρωθυπουργός υπενθύμισε τις δικές του ενέργειες κατά τη διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας, σημειώνοντας ότι έπραξε το μέγιστο δυνατό τόσο για τη διευθέτηση του Κυπριακού όσο και για την επίλυση της διαφοράς με τη Βόρεια Μακεδονία, προς όφελος των εθνικών συμφερόντων και της σταθερότητας στα Βαλκάνια.
Το παρασκήνιο του Κραν Μοντανά και το «blame game»
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε η τοποθέτησή του για τις διαπραγματεύσεις στο Κραν Μοντανά. Ο Αλέξης Τσίπρας υπεραμύνθηκε της στρατηγικής που ακολούθησε τότε η Αθήνα, η οποία έθεσε ως πυρήνα των συζητήσεων τον τερματισμό της κατοχής, την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων και την κατάργηση των εγγυήσεων. Ανέφερε ότι, παρά τις αρχικές ενδείξεις του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ ότι η Άγκυρα ίσως συζητούσε αυτά τα θέματα, στο επίσημο τραπέζι των διαπραγματεύσεων η τουρκική πλευρά υπαναχώρησε πλήρως.
Παράλληλα, αποκάλυψε μια άγνωστη πτυχή, επισημαίνοντας ότι ο τότε Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης του είχε ζητήσει να μην μεταβεί στην Ελβετία, εκτιμώντας ότι οι συνθήκες δεν είχαν ωριμάσει επαρκώς. Ως εκ τούτου, συμπλήρωσε, παραμένει ιστορικά αναπάντητο αν η στάση της Τουρκίας αποτελούσε ειλικρινή πρόθεση ή μια διπλωματική μπλόφα στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού επίρριψης ευθυνών (blame game). Παρά την πάροδο 52 ετών από την εισβολή του 1974 και τον κίνδυνο παγίωσης των τετελεσμένων, εξέφρασε την ελπίδα ότι οι νέες πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα μπορούν να αναζωπυρώσουν τη διαδικασία, αρκεί να υπάρξει ισχυρή πολιτική βούληση για λύση.
Ελληνοτουρκικά: Διπλωματία χωρίς αυταπάτες
Στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο Αλέξης Τσίπρας σημείωσε ότι η προάσπιση της ειρήνης αποτελεί δομικό στοιχείο της προοδευτικής πολιτικής, χωρίς αυτό να σημαίνει αφέλεια απέναντι στις προκλήσεις. Άσκησε κριτική στους πολιτικούς του αντιπάλους, αναφέροντας ότι η δική του κυβέρνηση διαχειρίστηκε περιόδους υψηλής γεωπολιτικής έντασης χωρίς να καταφεύγει σε μια προσποιητά σκληρή ρητορική, την ώρα που άλλοι επέλεγαν να αδρανούν σε περιπτώσεις παραβιάσεων, όπως συνέβη με τη δραστηριότητα του σκάφους «Μπαρμπαρός».
Αντίθετα, τόνισε ότι η τότε κυβέρνηση διεκδίκησε και πέτυχε την επιβολή ευρωπαϊκών κυρώσεων κατά της Τουρκίας όταν παραβιάστηκε η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατέληξε επισημαίνοντας ότι η επιδίωξη της διπλωματικής οδού πρέπει πάντα να συνοδεύεται από την ύπαρξη εθνικής ισχύος, η οποία αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την εξασφάλιση της σταθερότητας και την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.