Καθώς η βαθμολόγηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων 2026 προχωρά προς την ολοκλήρωσή της, αρχίζει να διαμορφώνεται μια πιο καθαρή εικόνα για το 3ο Επιστημονικό Πεδίο και ειδικότερα για τις σχολές Υγείας, όπου κάθε χρόνο καταγράφεται ο εντονότερος ανταγωνισμός.
Οι πρώτες πληροφορίες από βαθμολογικά κέντρα, εκπαιδευτικούς και αναλυτές συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η Χημεία και η Βιολογία λειτούργησαν φέτος ως τα δύο βασικά φίλτρα που περιορίζουν τον αριθμό των υποψηφίων με πολύ υψηλές επιδόσεις.
Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ιατρικές Σχολές θα πάψουν να βρίσκονται στην κορυφή των βάσεων εισαγωγής. Σημαίνει όμως ότι η «δεξαμενή» των αριστούχων φαίνεται μικρότερη σε σχέση με προηγούμενες χρονιές, δημιουργώντας προϋποθέσεις για ήπια αποκλιμάκωση των βάσεων στις πλέον περιζήτητες σχολές.
Η Χημεία έγινε ο δεύτερος μεγάλος «κόφτης»
Από την πρώτη στιγμή μετά την εξέταση, αρκετοί εκπαιδευτικοί είχαν επισημάνει ότι τα θέματα της Χημείας ήταν απαιτητικότερα από τα περσινά.
Η δυσκολία δεν βρισκόταν τόσο στη θεωρία όσο στην ανάγκη συνδυαστικής σκέψης, επιστημονικής ακρίβειας και σωστής διαχείρισης του διαθέσιμου χρόνου.
Τα θέματα Γ και Δ φαίνεται ότι λειτούργησαν ως πραγματικό φίλτρο των υψηλών βαθμολογιών, περιορίζοντας σημαντικά τον αριθμό των υποψηφίων που μπορούν να προσεγγίσουν το άριστα.
Οι πρώτες ενδείξεις από τη βαθμολόγηση δείχνουν ότι η κατανομή των βαθμολογιών μετατοπίζεται προς τις μεσαίες ζώνες, ενώ οι επιδόσεις άνω του 18 εμφανίζονται λιγότερες σε σχέση με προηγούμενες χρονιές.
Η Βιολογία παραμένει ο βασικός ρυθμιστής
Αν η Χημεία δυσκόλεψε σημαντικά τους υποψηφίους, η Βιολογία φαίνεται ότι διαδραματίζει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στη διαμόρφωση της φετινής εικόνας.
Οι περισσότερες εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι η Βιολογία ήταν από τα δυσκολότερα διαγωνίσματα των τελευταίων ετών. Ιδιαίτερα το τρίτο θέμα απαιτούσε συνδυαστική σκέψη και ουσιαστική κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών, ενώ το τέταρτο θέμα απευθυνόταν σε πολύ καλά προετοιμασμένους υποψηφίους.
Αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται ακόμη περισσότερο ο αριθμός των μαθητών που μπορούν να διεκδικήσουν βαθμολογίες άνω του 19, οι οποίες συνήθως καθορίζουν τις βάσεις των Ιατρικών Σχολών.
Τι σημαίνει αυτό για τις Ιατρικές
Οι Ιατρικές Σχολές Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Ιωαννίνων, Κρήτης, Θεσσαλίας και Αλεξανδρούπολης εξακολουθούν να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον των υποψηφίων.
Ωστόσο, οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η φετινή «κούρσα» θα διεξαχθεί με λιγότερους διεκδικητές στις πολύ υψηλές βαθμολογικές ζώνες.
Αυτό δημιουργεί συνθήκες ήπιας πτώσης των βάσεων, χωρίς όμως να αναμένονται θεαματικές μεταβολές.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η πτώση, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα είναι περιορισμένη και θα αφορά κυρίως τις κορυφαίες σχολές, οι οποίες εξακολουθούν να προσελκύουν υποψηφίους με εξαιρετικές επιδόσεις.
Πιέσεις και στις υπόλοιπες σχολές Υγείας
Η εικόνα δεν αφορά μόνο τις Ιατρικές.
Η μείωση των πολύ υψηλών βαθμολογιών ενδέχεται να επηρεάσει και τις Οδοντιατρικές, τις Φαρμακευτικές και άλλα τμήματα του χώρου της Υγείας.
Παράλληλα, η ανακατανομή των υποψηφίων μπορεί να ενισχύσει τον ανταγωνισμό στις αμέσως επόμενες επιλογές, δημιουργώντας μεγαλύτερη πίεση στις σχολές που παραδοσιακά ακολουθούν τις Ιατρικές στις προτιμήσεις των υποψηφίων.
Γιατί είναι ακόμη νωρίς για ασφαλείς προβλέψεις
Παρά τις ενδείξεις, οι ειδικοί επιμένουν ότι τα οριστικά συμπεράσματα δεν μπορούν ακόμη να εξαχθούν.
Οι βάσεις εισαγωγής καθορίζονται από τρεις βασικούς παράγοντες:
| Παράγοντας | Ρόλος |
|---|---|
| Επιδόσεις υποψηφίων | Καθορίζουν την κατανομή των μορίων |
| Αριθμός εισακτέων | Επηρεάζει τη δυναμική κάθε σχολής |
| Επιλογές στο μηχανογραφικό | Μπορούν να ανατρέψουν κάθε πρόβλεψη |
Έτσι, ακόμη και αν οι επιδόσεις είναι χαμηλότερες, οι τελικές βάσεις θα εξαρτηθούν από το πόσοι υποψήφιοι θα δηλώσουν τις συγκεκριμένες σχολές και με ποια σειρά προτίμησης.
Η πρώτη εικόνα
Το μέχρι στιγμής συμπέρασμα είναι ότι το 3ο Επιστημονικό Πεδίο οδηγείται σε μια χρονιά με λιγότερους αριστούχους και μεγαλύτερη συγκέντρωση βαθμολογιών στις μεσαίες και υψηλές ζώνες.
Η Βιολογία φαίνεται να αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα πίεσης των βάσεων, ενώ η Χημεία λειτουργεί συμπληρωματικά περιορίζοντας ακόμη περισσότερο τις κορυφαίες επιδόσεις.
Εφόσον η εικόνα αυτή επιβεβαιωθεί από τα τελικά στατιστικά στοιχεία, οι Ιατρικές Σχολές ενδέχεται να κινηθούν ελαφρώς χαμηλότερα από πέρυσι, χωρίς όμως να αλλάξει ο χαρακτήρας τους ως των πλέον ανταγωνιστικών σχολών της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.