Σε ιστορικό χαμηλό υποχωρούν οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών στη Γερμανία, με τα αποτελέσματα της PISA 2025 να επαναφέρουν με ένταση τη συζήτηση για την κατάσταση του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος και, κυρίως, για τις μεγάλες κοινωνικές ανισότητες που εξακολουθούν να καθορίζουν τη σχολική πορεία των παιδιών.
Οι μαθητές στη Γερμανία κατέγραψαν τις χαμηλότερες επιδόσεις από τότε που ξεκίνησε η διεθνής έρευνα PISA πριν από 25 χρόνια, και στους τρεις βασικούς τομείς που εξετάζονται. Συγκέντρωσαν 465 μονάδες στην ανάγνωση, 464 στα μαθηματικά και 486 στις φυσικές επιστήμες, με τη χώρα να κινείται πλέον κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Το στοιχείο που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι η πτώση δεν αποτελεί ένα πρόσκαιρο φαινόμενο. Η αρνητική πορεία καταγράφεται εδώ και περίπου μία δεκαετία, ανατρέποντας σε μεγάλο βαθμό τη βελτίωση που είχε σημειώσει η Γερμανία μετά το περίφημο «PISA shock» του 2000.
Ένας στους τρεις κάτω από το βασικό επίπεδο
Τα ποσοστά των μαθητών που δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν ούτε τις βασικές δεξιότητες είναι ενδεικτικά του προβλήματος.
Περίπου ένας στους τρεις 15χρονους στη Γερμανία βρίσκεται κάτω από το βασικό επίπεδο επάρκειας στην ανάγνωση και τα μαθηματικά, ενώ στις φυσικές επιστήμες η αναλογία πλησιάζει τον έναν στους τέσσερις.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι περίπου ένας στους πέντε μαθητές δεν διαθέτει επαρκείς βασικές δεξιότητες σε κανέναν από τους τρεις τομείς.
Και δεν πρόκειται, όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, για σύνθετες ακαδημαϊκές γνώσεις.
Οι δεξιότητες που εξετάζονται αφορούν σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα των νέων να χρησιμοποιούν όσα γνωρίζουν στην καθημερινότητά τους: να κατανοήσουν πληροφορίες σε ένα μήνυμα δημόσιας υπηρεσίας, να αξιολογήσουν δεδομένα ή να λάβουν μια απλή οικονομική απόφαση.
«Στα 15 γνωρίζουν όσα γνώριζαν στα 13 πριν από δέκα χρόνια»
Την έκταση της υποχώρησης αποτυπώνει με ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τρόπο ο επιστημονικός επικεφαλής της PISA στη Γερμανία και καθηγητής στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Μονάχου, Samuel Greiff.
Όπως εξήγησε στο ZDF, η απώλεια επιδόσεων που καταγράφεται σε βάθος δεκαετίας αντιστοιχεί σε πολύ σημαντική μαθησιακή υστέρηση.
«Αυτό που μπορούν να κάνουν σήμερα οι νέοι στα 15, πριν από δέκα χρόνια μπορούσαν να το κάνουν ήδη στα 13», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Το 2015, για παράδειγμα, οι Γερμανοί μαθητές ξεπερνούσαν τις 500 μονάδες στα μαθηματικά. Στην PISA 2025 περιορίστηκαν στις 464.
Σύμφωνα με τον Greiff, τα νέα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν πλέον ότι οι χαμηλές επιδόσεις των προηγούμενων ερευνών δεν αποτελούσαν μια προσωρινή διακύμανση, αλλά εντάσσονται σε μια σαφή και παρατεταμένη πτωτική τάση.
Το μεγάλο «αγκάθι»: Η κοινωνική προέλευση των μαθητών
Πίσω από τους μέσους όρους, ωστόσο, αποκαλύπτεται ένα ακόμη βαθύτερο πρόβλημα: η κοινωνική και οικονομική προέλευση ενός παιδιού εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τις πιθανότητες σχολικής επιτυχίας στη Γερμανία.
Στις φυσικές επιστήμες, οι μαθητές που ανήκουν στο κοινωνικοοικονομικά ισχυρότερο 25% ξεπερνούν εκείνους του χαμηλότερου 25% κατά 125 μονάδες. Στον ΟΟΣΑ, η αντίστοιχη μέση διαφορά είναι 85 μονάδες.
Παράλληλα, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση εξηγεί περίπου το 19% της διαφοροποίησης των επιδόσεων στη Γερμανία, έναντι 12% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Το χάσμα μάλιστα έχει διευρυνθεί: από το 2015 έως το 2025, οι επιδόσεις των κοινωνικά μειονεκτούντων μαθητών στις φυσικές επιστήμες υποχώρησαν, ενώ εκείνες των πιο προνομιούχων μαθητών παρέμειναν σταθερές.
Ενδεικτικό είναι και ένα ακόμη εύρημα που παρουσιάζει το ZDF: μόλις 2% των νέων από κοινωνικά μειονεκτούσες οικογένειες καταφέρνει να ενταχθεί στην ομάδα των μαθητών με υψηλές επιδόσεις, όταν μεταξύ των κοινωνικοοικονομικά προνομιούχων μαθητών το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει περίπου το 25%.
Δεν είναι απλώς ζήτημα μεταναστευτικού υπόβαθρου
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η επισήμανση των ερευνητών ότι τα αποτελέσματα δεν μπορούν να ερμηνευθούν μέσα από μια απλουστευτική διάκριση ανάμεσα σε παιδιά με και χωρίς μεταναστευτικό υπόβαθρο.
Ο Samuel Greiff υπογραμμίζει ότι η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή βρίσκεται κυρίως ανάμεσα στα παιδιά που μεγαλώνουν σε προνομιούχες συνθήκες και σε εκείνα που προέρχονται από κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες οικογένειες.
Η PISA καταγράφει έτσι ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο η δυνατότητα ενός παιδιού να ξεπεράσει μέσω της εκπαίδευσης τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε παραμένει σημαντικά περιορισμένη.
Η πτώση δεν αφορά μόνο τη Γερμανία
Η εικόνα, πάντως, δεν αποτελεί αποκλειστικά γερμανικό φαινόμενο.
Η PISA 2025, στην οποία συμμετείχαν περίπου 760.000 μαθητές από 91 χώρες και οικονομίες, καταγράφει σημαντική υποχώρηση των επιδόσεων συνολικά στον ΟΟΣΑ. Οι μέσες επιδόσεις στην ανάγνωση και τα μαθηματικά ήταν οι χαμηλότερες που έχουν καταγραφεί μέχρι σήμερα.
Περίπου ένας στους πέντε 15χρονους στον ΟΟΣΑ κατατάσσεται πλέον στους μαθητές χαμηλών επιδόσεων και στους τρεις βασικούς τομείς, έναντι 16% το 2022.
Η περίπτωση της Γερμανίας, ωστόσο, αποκτά ιδιαίτερο βάρος λόγω της σταθερής πτώσης που καταγράφεται από τα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας και της εξαιρετικά ισχυρής σύνδεσης μεταξύ κοινωνικής προέλευσης και σχολικής επιτυχίας.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά το πρώτο «PISA shock» που είχε οδηγήσει τη χώρα σε εκτεταμένες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, η συζήτηση επιστρέφει: όχι πλέον μόνο για το πώς μπορούν να βελτιωθούν οι βαθμολογίες, αλλά για το κατά πόσο το σχολείο μπορεί πράγματι να προσφέρει ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες ανεξάρτητα από την οικογένεια στην οποία γεννιέται ένα παιδί.