Με νέες, αιχμηρές αναφορές στη Γροιλανδία επανήλθε ο Ντόναλντ Τραμπ, λίγες ώρες μετά την αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα, πυροδοτώντας διπλωματικές αντιδράσεις και αναζωπυρώνοντας τη συζήτηση για τις γεωπολιτικές του προθέσεις. Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε με έμφαση ότι «Χρειαζόμαστε τη Γροιλανδία», δήλωση που προκάλεσε έντονη ενόχληση στην Κοπεγχάγη και ανησυχία σε διεθνές επίπεδο, σε μια περίοδο αυξημένης παγκόσμιας αστάθειας.
Αν και το ενδιαφέρον του Τραμπ για το αρκτικό νησί δεν είναι καινούργιο, οι πρόσφατες εξελίξεις στη Λατινική Αμερική και η αιχμαλώτιση του Νικολάς Μαδούρο προσδίδουν νέο βάρος στις τοποθετήσεις του και ενισχύουν τα ερωτήματα για το εύρος των ενεργειών που είναι διατεθειμένος να αναλάβει. Από το 2019, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι η Γροιλανδία «πρέπει» να ενταχθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες για λόγους «ασφάλειας», εκτιμώντας παράλληλα ότι η Δανία «δεν θα είναι σε θέση να την κρατήσει».
Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν άμεση απάντηση από τη Δανή πρωθυπουργό, Μέτε Φρέντρικσεν, η οποία απέρριψε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αλλαγής καθεστώτος του νησιού. Όπως τόνισε, «δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε για την ανάγκη να αναλάβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες τη Γροιλανδία», προσθέτοντας με έμφαση: «Οι ΗΠΑ δεν έχουν κανένα δικαίωμα να προσαρτήσουν καμία από τις τρεις χώρες του δανικού βασιλείου». Παράλληλα, κάλεσε την Ουάσιγκτον να «σταματήσει τις απειλές».
Η Γροιλανδία, αν και γεωγραφικά ανήκει στη Βόρεια Αμερική και βρίσκεται στην καρδιά της Αρκτικής, αποτελεί εδώ και περίπου τρεις αιώνες έδαφος υπό δανική κυριαρχία, παρά την απόσταση σχεδόν 3.000 χιλιομέτρων από τη Δανία. Πρόκειται για το μεγαλύτερο νησί του πλανήτη, αλλά και ένα από τα πιο αραιοκατοικημένα, με περίπου 56.000 κατοίκους, στην πλειονότητά τους αυτόχθονες Ινουίτ.
Μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα διοικούνταν ως αποικία, παραμένοντας σε μεγάλο βαθμό απομονωμένη και οικονομικά αδύναμη. Το 1953 ενσωματώθηκε επίσημα στο Βασίλειο της Δανίας, με τους κατοίκους της να αποκτούν τη δανική υπηκοότητα. Μετά το δημοψήφισμα του 1979, οι Γροιλανδοί απέκτησαν ευρεία αυτονομία στα εσωτερικά ζητήματα, ενώ η Κοπεγχάγη διατηρεί τον έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής και της άμυνας. Σήμερα, περίπου το 80% της έκτασης του νησιού καλύπτεται από πάγο, με τον πληθυσμό να συγκεντρώνεται κυρίως στη νοτιοδυτική ακτή, γύρω από την πρωτεύουσα Νουούκ.
Η οικονομία της Γροιλανδίας στηρίζεται κυρίως στην αλιεία, ωστόσο τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τον υπόγειο πλούτο της, όπως οι σπάνιες γαίες, το ουράνιο και ο σίδηρος. Η κλιματική αλλαγή και η σταδιακή τήξη των πάγων ενδέχεται να καταστήσουν αυτούς τους πόρους πιο προσβάσιμους, ενισχύοντας περαιτέρω τη στρατηγική της σημασία.
Το ενδιαφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Γροιλανδία έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μετά την κατάληψη της ηπειρωτικής Δανίας από τη ναζιστική Γερμανία, οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο του νησιού, εγκαθιστώντας στρατιωτικές βάσεις και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Η αμερικανική παρουσία συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο, με τη διαστημική βάση Pituffik –πρώην αεροπορική βάση Thule– να λειτουργεί έως σήμερα υπό αμερικανική διοίκηση.
Η αμυντική συμφωνία του 1951 παρείχε στις ΗΠΑ καθοριστικό ρόλο στην άμυνα της Γροιλανδίας, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος κατασκευής και συντήρησης στρατιωτικών εγκαταστάσεων. Όπως έχει επισημάνει ο Μαρκ Γιάκομπσεν, αναπληρωτής καθηγητής στο Δανικό Βασιλικό Κολλέγιο Άμυνας, «Αν η Ρωσία έστελνε πυραύλους προς τις ΗΠΑ, η συντομότερη διαδρομή για τα πυρηνικά όπλα θα ήταν μέσω του Βόρειου Πόλου και της Γροιλανδίας». Και προσθέτει: «Γι' αυτό η διαστημική βάση Pituffik είναι εξαιρετικά σημαντική για την άμυνα των ΗΠΑ».
Σύμφωνα με μελέτη του Arctic Institute, τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία έχουν τα τελευταία χρόνια ενισχύσει τη στρατιωτική τους παρουσία στην Αρκτική, γεγονός που, όπως επισημαίνεται, θα πρέπει να οδηγήσει και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ανάλογες κινήσεις.
Οι αμερικανικές προσπάθειες για την απόκτηση της Γροιλανδίας δεν είναι πρωτοφανείς. Το 1867, λίγο μετά την αγορά της Αλάσκας, ο τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Ουίλιαμ Χ. Σιούαρντ επιχείρησε να διαπραγματευτεί την αγορά του νησιού από τη Δανία, χωρίς αποτέλεσμα. Αντίστοιχα, το 1946, η Ουάσιγκτον προσέφερε 100 εκατομμύρια δολάρια –ποσό που αντιστοιχεί σήμερα σε περίπου 1,2 δισ. δολάρια– θεωρώντας τη Γροιλανδία κρίσιμη για την εθνική της ασφάλεια, πρόταση που απορρίφθηκε.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Ντόναλντ Τραμπ το 2019, όταν εξέφρασε επισήμως την πρόθεση αγοράς της περιοχής. Η απάντηση τόσο της Δανίας όσο και της τοπικής κυβέρνησης της Γροιλανδίας ήταν τότε ξεκάθαρη: «Η Γροιλανδία δεν είναι προς πώληση».
Όλες οι σημαντικές και έκτακτες ειδήσεις σήμερα
Πώς τα χρήματά σας «φεύγουν» αθόρυβα από τον τραπεζικό σας λογαριασμό
Σπίτι με 50 ευρώ το μήνα για δημόσιους υπαλλήλους: Το νέο πρόγραμμα που αλλάζει τα δεδομένα
Νίκος Μακρής