Ως γνωστόν, η ιστορική διαμάχη για την νήσο Ταϊβάν παραμένει ενεργή από το 1949, όταν η ηττημένη παράταξη των εθνικιστών κατέφυγε στο νησί και διεκδικούσε να αναγνωριστεί διεθνώς ως η νόμιμη κυβέρνηση της χώρας (κάτι που είχε καταφέρει μέχρι το 1971), ενώ με την πάροδο των ετών αναγνωρίστηκε ειδικό καθεστώς αυτονομίας ως προς το κινεζικό κράτος.
Ο πρόεδρος Σι Τζιπίνγκ διαμήνυσε πως η επανένωση του νησιού με την Κίνα είναι αναπόφευκτο γεγονός, καθιστώντας σαφές πως η Κίνα δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει ακόμη και ένοπλα μέσα για να αποτρέψει την ανεξαρτητοποίηση του νησιού.
«Η Κίνα πρέπει να και θα ενωθεί […] που είναι αναπόφευκτη προϋπόθεση για την σπουδαία αναζωογόνηση του κινεζικού λαού σε μία νέα εποχή», δήλωσε ο κ. Σι, κατά την διάρκεια ομιλίας του με αφορμή την συμπλήρωση 40 ετών από την μερική αποκατάσταση των σχέσεων ανάμεσα στο Πεκίνο και την Ταϊβάν.
Η προειδοποίηση Σι ήλθε υπό την σκιά των επιδεινούμενων σχέσεων ανάμεσα στο Πεκίνο και την Ταϊπέι. Την Τρίτη η πρόεδρος της Ταϊβάν Τσάι Ινγκ-γουέν κάλεσε το Πεκίνο να αποδεχτεί την ύπαρξη ανεξάρτητης κυβέρνησης στο νησί και την βούληση των 23 εκατομμυρίων κατοίκων του.
Ο κ. Σι κατέστησε σαφές πως η Κίνα δεν παραιτείται του δικαιώματός της να «χρησιμοποιήσει βία» και να λάβει «όλα τα απαραίτητα μέτρα» εναντίον αποσχιστικών πρωτοβουλιών.
Ο κινέζος πρόεδρος προειδοποίησε τους κατοίκους της Ταϊβάν πως η προσπάθεια για ανεξαρτησία είναι αδιέξοδη και καταδικασμένη σε αποτυχία, καθώς αντίκειται στον ρου της ιστορίας.
Αντιπρότεινε την επανένωση με το μοντέλο της «μίας χώρας - δύο συστήματα», που θα διασφαλίζει την προστασία του τρόπου ζωής, των δικαιωμάτων και της περιουσίας των κατοίκων της Ταϊβάν.
Υπενθυμίζεται επίσης πως η Ταϊβάν διατηρεί μια από τις 25 πιο αναπτυγμένες οικονομίες διεθνώς, με έμφαση στην τεχνολογία και την βιομηχανία. Ωστόσο, δεν αναγνωρίζεται σαν κρατική οντότητα από τον ΟΗΕ.