Σε μείζονος σημασίας εξέλιξη για το ασφαλιστικό τοπίο εξελίχθηκε η συζήτηση στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, υπό την προεδρία της Σωτηρίας Ντούνη, με αντικείμενο τη συνταγματικότητα του τρόπου υπολογισμού της Ειδικής Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ). Η υπόθεση άνοιξε έπειτα από την αίτηση του πρώην προέδρου του ανωτάτου δικαστηρίου, Νίκου Αγγελάρα, ο οποίος αμφισβητεί τη νομιμότητα των κρατήσεων και διεκδικεί την αναδρομική επιστροφή της οικονομικής διαφοράς που προκύπτει από τον ενιαίο και όχι κλιμακωτό υπολογισμό, πυροδοτώντας έναν ευρύτερο νομικό και θεσμικό διάλογο γύρό από τα οικονομικά δικαιούχων υψηλών συντάξεων.
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, οι συνήγοροι του προσφεύγοντος, Κωνσταντίνος Ρέμελης και Δημήτρης Μπούρλος, υποστήριξαν ότι η εφαρμογή ενιαίου συντελεστή επί του συνόλου της σύνταξης, χωρίς την απαλλαγή του τμήματος έως τα 1.400 ευρώ και την κλιμακωτή επιβάρυνση, παραβιάζει ευθέως τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 2, 4, 5 και 25. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι η προτεινόμενη αλλαγή θα είναι δημοσιονομικά ουδέτερη και δεν θα θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα των ταμείων, καθώς το μόνο που θα περιοριστεί είναι το ετήσιο ύψος των αποταμιεύσεων από την παρακράτηση και τους τόκους του κεφαλαίου που έχει συσσωρευθεί την τελευταία 16ετία. Στον αντίποδα, η πλευρά του Δημοσίου, διά του αντιπροέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Αναστάσιου Κολούτσου, και του νομικού συμβούλου Δημήτρη Φαρμάκη, υπεραμύνθηκε της συνταγματικότητας του ισχύοντος πλαισίου, τονίζοντας ότι η ΕΑΣ αποσκοπεί σε επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και ζητώντας την απόρριψη της αίτησης.
Καθοριστική υπήρξε η τοποθέτηση του γενικού επιτρόπου επικρατείας, Γεώργιου Βοΐλη, ο οποίος τάχθηκε ανοικτά υπέρ της αλλαγής του τρόπου υπολογισμού, επισημαίνοντας ότι οι συνταξιούχοι υφίστανται οικονομική απώλεια μεταξύ 7.000 και 8.000 ευρώ ετησίως, με ιδιαίτερα βαρύ πλήγμα για όσους λαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές. Ο κ. Βοΐλης έκρινε ότι ο μη κλιμακωτός προσδιορισμός της εισφοράς είναι μη συμβατός με το Σύνταγμα και άρα ανίσχυρος, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα αναμόρφωσής της ανά κλιμάκιο. Αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της αναδρομικότητας, πρότεινε να περιοριστεί αποκλεισδτικά σε όσους έχουν ήδη προσφύγει στη δικαιοσύνη προκειμένου να αποτραπεί μια δομική οικονομική αποσταθεροποίηση των Ταμείων, αφήνοντας ωστόσο την τελική απόφαση στην Ολομέλεια.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται ο ορισμός εισηγητή, ενώ θα ακολουθήσουν οι κεκλεισμένων των θυρών διασκέψεις των μελών του δικαστηρίου για τη σύνταξη του κειμένου της απόφασης. Η έκδοση και η δημοσίευση της κρίσιμης απόφασης προσδιορίζονται χρονικά για τους πρώτους μήνες του ερχόμενου έτους, γεγονός που καθιστά τη συγκεκριμένη δικαστική κρίση καθοριστική για το μέλλον των κρατήσεων και τη δημοσιονομική πολιτική.