Σε βαθιά πολιτική και κοινωνική θύελλα οδηγούν οι ραγδαίες εξελίξεις στην Πάτρα, έπειτα από την αγρια οργανωμένη φασιστική επίθεση που σημειώθηκε το βράδυ της Τρίτης (3/11) στην περιοχή των Ζαρουχλέικων, με θύμα ανήλικη μαθήτρια και μέλος του Συντονιστικού Μαθητών και της ΚΝΕ. Η υπόθεση, η οποία έχει προκαλέσει πανελλήνια αποτροπιασμό, κινητοποίησε άμεσα τους τοπικούς φορείς, τους πολίτες και τα πολιτικά κόμματα, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τη σκοτεινή απειλή της νεοναζιστικής βίας και τις ευθύνες των κρατικών μηχανισμών.
Σύμφωνα με τις καταγγελίες των οργανώσεων, η νεαρή μαθήτρια είχε γίνει αποδέκτης επανειλημμένων απειλών και συστηματικού εκφοβισμού λόγω της αγωνιστικής της δράσης. Το βράδυ της Τρίτης, ομάδα περίπου 40 ακροδεξιών στοιχείων συγκεντρώθηκε κοντά στην κατοικία της, εξαπολύοντας δολοφονική επίθεση με τη χρήση μαχαιριών και σιδερογροθιών, την ώρα που γείτονες, συγγενείς και συνομήλικοι έσπευσαν να την υπερασπιστούν, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό οκτώ νέων ανθρώπων.
Η άμεση κινητοποίηση των αστυνομικών δυνάμεων —συμπεριλαμβανομένης της Άμεσης Δράσης, της ΔΙ.ΑΣ. και της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Πατρών— οδήγησε στον εντοπισμό και τη σύλληψη τεσσάρων ατόμων, ανάμεσά τους έναν 18χρονο και έναν 16χρονο, οι οποίοι επέβαιναν σε ύποπτο όχημα. Κατά τη διάρκεια της έρευνας που ακολούθησε, οι αρχές κατάσχεσαν βαρύ οπλισμό και εγκληματικά εργαλεία, περιλαμβάνοντας ένα πιστόλι Tokarev με γεμιστήρα πέντε φυσιγγίων, πλαστικό ομοίωμα σιδερογροθιάς, κουκούλα full face, κράνος, καθώς και μικροποσότητα κάνναβης.
Την ίδια στιγμή, σφοδρή πολιτική αντιπαράθεση ξέσπασε στη Βουλή, όπου ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, εξαπέλυσε μύδρους κατά της κυβέρνησης, καταγγέλλοντας ότι αφήνει τα «φασιστοειδή να αλωνίζουν». Υπενθυμίζοντας πρόσφατα περιστατικά βίας σε βάρος στρατιωτών, ο κ. Κουτσούμπας απηύθυνε το δραματικό ερώτημα «Πού θα πάμε; Θα θρηνήσουμε κι άλλο Φύσσα;», επισημαίνοντας τις τεράστιες και εγκληματικές ευθύνες της εκτελεστικής εξουσίας στην ανοχή τέτοιων συμπεριφορών.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι καταγγελίες του ΚΚΕ και τοπικών στελεχών σχετικά με τη στάση της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία —σύμφωνα με τις καταγγελίες— προχώρησε αρχικά στη σύλληψη ακόμη και των θυμάτων και των τραυματιών που μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο. Οι οργανώσεις έκαναν λόγο για μια «κατάπτυστη ανακοίνωση» που επιχείρησε να βαφτίσει τη δολοφονική φασιστική επίθεση ως «συμπλοκή ανηλίκων», κατηγορώντας την αστυνομική ηγεσία ότι εξισώνει τα θύματα με τους θύτες και προσφέρει κάλυψη στη δράση των ναζιστικών συμμοριών.
Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Πατρέων, Κώστας Πελετίδης, πήρε σαφή θέση κατά τη διάρκεια μαζικών κινητοποιήσεων, τονίζοντας ότι «οι φασίστες εμφανίστηκαν ξανά με μαχαίρια και σιδερογροθιές» και χαρακτηρίζοντάς τους ανοιχτά ως «τα μαντρόσκυλα του συστήματος». Ο κ. Πελετίδης υπογράμμισε ότι οι ναζιστές είναι εκπαιδευμένοι να χτυπούν το εργατικό και λαϊκό κίνημα, εκφράζοντας την αποφασιστικότητα της τοπικής κοινωνίας να απομονώσει οριστικά τα ακροδεξιά μορφώματα από τις γειτονιές της Πάτρας.
Στο ίδιο μήκος κύματος, το αντιφασιστικό συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Ταραμπούρα και η μαζική πορεία σε κεντρικούς δρόμους της αχαϊκής πρωτεύουσας έστειλαν ηχηρό μήνυμα αντίστασης. Εκατοντάδες πολίτες, φοιτητές, μαθητές και εκπρόσωποι φορέων διαδήλωσαν ενάντια στη συστηματική επανεμφάνιση φασιστικών ομάδων, απαιτώντας την παραδειγματική τιμωρία των δραστών και την πλήρη εξάρθρωση των κυκλωμάτων που επιχειρούν να σπείρουν τον φόβο και τον τρόμο στη νεολαία.
Την αποδοκιμασία του εξέφρασε και ο Μαρίνος Σκανδάμης, Τομεάρχης Προστασίας του Πολιτη της ΕΛΑΣ, ο οποίος με δήλωσή του καταδίκασε απερίφραστα την επίθεση, τονίζοντας ότι η κοινωνία οφείλει να θωρακίσει τη δημοκρατία απέναντι στη διαρκή απειλή του ναζιστικού τέρατος. Παράλληλα, έστρεψε τα βέλη του προς το μιντιακό σύστημα που παρέχει βήμα σε ακροδεξιά στελέχη, ενώ απένειμε εύσημα στο πλήρωμα της ΕΛ.ΑΣ., την ΟΠΚΕ και την Ασφάλεια για την έγκαιρη καταδίωξη και σύλληψη των δραστών.
Η νέα αυτή κρίση αναδεικνύει με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι η άνοδος της φασιστικής βίας δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά συνδέεται άμεσα με τις γενικευμένες κοινωνικές και οικονομικές πιέσεις. Το εργατικό και λαϊκό κίνημα, μέσα από μαζικούς και αποφασιστικούς αγώνες, διαμηνύει ότι τα τσιράκια του συστήματος θα βρεθούν αντιμέτωπα με την οργή του λαού, με στόχο να πεταχτούν «μια και καλή στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας» μαζί με το σύστημα που τα γεννά και τα θρέφει.