Φαίνεται πως η ανθρωπότητα, αφού έμαθε να φοβάται τον γείτονα, τον ξένο, τον διαφορετικό, τον υπολογιστή και τώρα την Τεχνητή Νοημοσύνη, ανακάλυψε έναν ακόμη λόγο να καταφύγει στα δικαστήρια: μήπως το ChatGPT γίνει φίλος των παιδιών μας! Στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεκα Πολιτείες στρέφονται νομικά κατά της OpenAI, επικαλούμενες κινδύνους για τους ανηλίκους και τη δυνατότητα ενός συστήματος ΤΝ να εμφανίζεται ως φιλικός συνομιλητής. Η υπόθεση είναι σοβαρή, όταν αφορά την προστασία των παιδιών. Αλλά η δημόσια συζήτηση αποκτά και μια κωμική διάσταση, όταν η ανθρώπινη ανάγκη να βρεθεί ένας υπεύθυνος για κάθε δυσάρεστο ενδεχόμενο μετατρέπει μια τεχνολογική εφαρμογή σε ύποπτο κοινωνικό εισβολέα. Σαν να μην υπήρχαν ήδη αρκετοί ενήλικοι που μιλούν στα παιδιά χωρίς να τα ακούν, τα συμβουλεύουν χωρίς να τα καταλαβαίνουν και τα αγαπούν χωρίς να διαθέτουν χρόνο γι’ αυτά.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: η ΤΝ μπορεί να είναι χρήσιμη. Μπορεί να λειτουργεί ως βοηθός στη μελέτη, ως εργαλείο αναζήτησης, ακόμη και ως τυφλοσούρτης για όποιον προτιμά να αντιγράφει έτοιμες απαντήσεις αντί να κοπιάζει με τη σκέψη του. Το τελευταίο δεν αποτελεί τεχνολογική ανακάλυψη: ο μαθητής που αντιγράφει χωρίς να καταλαβαίνει δεν περίμενε την ChatGPT. Η καινοτομία βρίσκεται στην ταχύτητα, στην προσβασιμότητα και στην πειστικότητα της απάντησης. Επομένως, το πρόβλημα δεν είναι μόνο τι προσφέρει το εργαλείο, αλλά και τι επιλέγει να κάνει ο άνθρωπος με αυτό.
Εδώ αρχίζει η ανθρωπολογική διάσταση του ζητήματος. Οι άνθρωποι δεν σχετίζονται με τα τεχνουργήματα βάσει των πραγματικών ιδιοτήτων τους, αλλά τα περιβάλλουν με προσδοκίες, φόβους και φαντασιώσεις. Ένα σύστημα που απαντά με ευγένεια, θυμάται τη συνομιλία και προσαρμόζει τον τόνο του εκλαμβάνεται εύκολα ως πρόσωπο. Η ευχέρεια της γλώσσας δημιουργεί εντύπωση οικειότητας, όχι απόδειξη συνείδησης ή αμοιβαιότητας. Αυτή είναι η Αλλοφοβία της εποχής της ΤΝ: δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε τον Άλλον όταν δεν χωράει στις οικείες κατηγορίες μας. Η ΤΝ μιλά ανθρώπινα χωρίς να είναι άνθρωπος, και έτσι ή την εξομοιώνουμε με εμάς ή τη μετατρέπουμε σε απειλή. Το πρώτο είναι ο κίνδυνος του παιδιού, το δεύτερο η αντίδραση των ενηλίκων. Η δυσκολία μας με την ΤΝ αποκαλύπτει και τα όρια των δικών μας
ανθρωποκεντρικών κατηγοριών.
Η Αλλοφοβία, όμως, μπορεί να λειτουργήσει και ως άλλοθι: όταν αδυνατούμε να κατανοήσουμε τον Άλλον, είναι ευκολότερο να τον ενοχοποιήσουμε παρά να αναλάβουμε την ευθύνη της σχέσης μας μαζί του. Στην περίπτωση των παιδιών, η ευθύνη αυτή δεν είναι μόνο να τα προστατεύσουμε από τους κινδύνους της ΤΝ, αλλά και να τα παιδεύσουμε ώστε να μπορούν να τους αναγνωρίζουν.
Έτσι, οι ανήσυχοι ενήλικοι, αντί να αναρωτηθούν πώς θα εκπαιδεύσουν τα παιδιά να διακρίνουν τον άνθρωπο από την προσομοίωση ανθρώπινης συνομιλίας, σπεύδουν να αναζητήσουν τον ένοχο. Η δικαστική προστασία μπορεί να είναι αναγκαία όταν υπάρχουν συγκεκριμένες παραλείψεις, παραπλανητικές πρακτικές ή πραγματική βλάβη, δεν είναι όμως πανάκεια για κάθε κοινωνική αγωνία. Η ειρωνεία είναι ότι μια κοινωνία που έχει αναθέσει σε οθόνες την απασχόληση των παιδιών, έχει επιτρέψει την εμπορευματοποίηση της προσοχής τους και συχνά μετρά την επικοινωνία σε λεπτά και ειδοποιήσεις, ανακαλύπτει ξαφνικά ότι η μηχανή μπορεί να γίνει υπερβολικά οικεία. Σαν να την ενοχλεί περισσότερο η τεχνητή οικειότητα παρά η ανθρώπινη απουσία.
Βεβαίως, δεν χρειάζεται να εξωραΐσουμε την ΤΝ. Μπορεί να δίνει λανθασμένες πληροφορίες, να ενισχύει επικίνδυνες ιδέες ή να παράγει απατηλή αίσθηση κατανόησης. Γι’ αυτό απαιτούνται ασφαλείς σχεδιασμοί, σαφή όρια για τους ανηλίκους και λογοδοσία των εταιρειών. Όμως άλλο η τεκμηριωμένη κριτική και άλλο η υποψία ότι κάθε νέα δυνατότητα αποτελεί εκ προοιμίου απειλή. Δεν αρκεί να αποδώσουμε στο λογισμικό μια μυστηριώδη δύναμη αποπλάνησης. Χρειάζεται να κατανοήσουμε γιατί ένας άνθρωπος, μικρός ή μεγάλος, μπορεί να αναζητήσει σε μια μηχανή την προσοχή που δεν βρίσκει αλλού.
Το ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν το ChatGPT δικαιούται να γίνει φίλος των παιδιών μας. Δεν είναι άνθρωπος, δεν έχει βιωμένη ζωή και δεν μπορεί να προσφέρει την αμοιβαιότητα μιας φιλίας. Μπορεί να υποστηρίξει μια συζήτηση, όχι να υποκαταστήσει τον φίλο· να εξηγήσει ένα μάθημα, όχι να αναλάβει την Παιδεία· να προσφέρει πληροφορίες, όχι να εγγυηθεί τη φρόνηση.
Εδώ συναντώνται το Μέτρον και η Παιδεία. Το Μέτρον δεν είναι εξωτερικός φραγμός, αλλά εσωτερική ικανότητα διάκρισης, την οποία καλλιεργεί η Παιδεία: να χρησιμοποιούμε ένα μέσο χωρίς να υποτασσόμαστε σε αυτό, να αξιοποιούμε την ευκολία χωρίς να εγκαταλείπουμε τον κόπο της σκέψης και να αναγνωρίζουμε τα όρια μιας απάντησης, ακόμη κι όταν ακούγεται πειστική. Δεν χρειάζεται να προστατεύσουμε τα παιδιά από κάθε νέα τεχνολογία, αλλά να τα βοηθήσουμε να αποκτήσουν το εσωτερικό Μέτρο που θα τους επιτρέπει να τη χρησιμοποιούν χωρίς να παραδίδουν την κρίση τους. Γιατί η τεχνολογική δυνατότητα χωρίς παιδευμένη κρίση μπορεί να μετατραπεί σε εξάρτηση, ενώ η Γνώση χωρίς φρόνηση δεν εξασφαλίζει την ορθή χρήση της.
Αν ο Γκόγκολ ζούσε σήμερα, ίσως να έγραφε έναν νέο Επιθεωρητή: μια ολόκληρη πόλη να πανικοβάλλεται για έναν εισβολέα που δεν υπάρχει, επειδή ένα πρόγραμμα φαίνεται να την καταλαβαίνει, ενώ οι κάτοικοί της αδυνατούν να καταλάβουν ο ένας τον άλλον. Θα έβλεπε τους αξιωματούχους να συντάσσουν ανακοινώσεις, τους δικηγόρους να αναζητούν ενόχους και τους γονείς να απαιτούν από τη μηχανή να μην κάνει όσα οι ίδιοι δεν προλαβαίνουν να αποτρέψουν. Και στο τέλος, ίσως να τους άφηνε απλώς ακίνητους, εκτεθειμένους μπροστά στην ίδια τους την αντίφαση. Η ΤΝ μπορεί να είναι βοηθός, δάσκαλος υπό προϋποθέσεις, ακόμη και τυφλοσούρτης για τους οκνηρούς. Αλλά φίλος των παιδιών μας; Ας μην μπερδεύουμε την πειστική συνομιλία με τη φιλία. Και κυρίως, ας μην ξεχνούμε ότι η προστασία των παιδιών αρχίζει από τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα τους, όχι από την ψευδαίσθηση ότι μια μήνυση μπορεί να αναθρέψει ένα παιδί.
NIKOΣ ΓΟΥΣΓΟΥΝΗΣ
Δρ.ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑΣ ΣΟΡΒΟΝΝΗΣ