Τα λιγότερο γνωστά σημάδια της ΔΕΠΥ
Ένα από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να σχετίζονται με τη ΔΕΠΥ είναι η συνεχής κινητικότητα, ακόμη και σε στιγμές που απαιτούν ηρεμία. Κάποιος μπορεί να δυσκολεύεται να καθίσει ακίνητος, να κουνά επανειλημμένα τα πόδια του, να χτυπά ένα μολύβι στο γραφείο ή να αλλάζει διαρκώς τη θέση των ποδιών του.
Ένα ακόμη στοιχείο που αναφέρει η Lehmann είναι η προσπάθεια απόκρυψης των δυσκολιών που αντιμετωπίζει κάποιος. Ορισμένα άτομα μπορεί να παρουσιάζονται στους άλλους ως ιδιαίτερα σίγουρα για τον εαυτό τους, ενώ στην πραγματικότητα βιώνουν εσωτερική ανησυχία και ένταση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, ενδέχεται να καταβάλλουν μεγάλη προσπάθεια για να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους στις κοινωνικές περιστάσεις, αποκρύπτοντας όσα αισθάνονται ή τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους.
Η έντονη κόπωση αποτελεί ένα ακόμη χαρακτηριστικό που μπορεί να παρερμηνευτεί. Όταν κάποιος εξαντλείται προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ή να διαχειριστεί τις δυσκολίες συγκέντρωσης και οργάνωσης, μπορεί να εκλαμβάνεται λανθασμένα ως τεμπελιά ή έλλειψη διάθεσης.
Στην πραγματικότητα, η αίσθηση εξάντλησης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι κάποιος δεν θέλει να προσπαθήσει. Μπορεί να σχετίζεται με την προσπάθεια που απαιτείται για να ανταποκριθεί σε καθημερινές δραστηριότητες.
Ποια προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίζουν οι ενήλικες με ΔΕΠΥ
Σύμφωνα με το NHS, η ΔΕΠΥ στους ενήλικες μπορεί να επηρεάζει αρκετές πλευρές της καθημερινής ζωής. Μεταξύ των δυσκολιών που ενδέχεται να εμφανιστούν περιλαμβάνονται:
Οργάνωση και διαχείριση χρόνου: Δυσκολία στον προγραμματισμό, στην ιεράρχηση υποχρεώσεων και στην τήρηση προθεσμιών.
Ακολούθηση οδηγιών: Δυσκολία στην παρακολούθηση και ολοκλήρωση διαδοχικών βημάτων μιας εργασίας.
Συγκέντρωση και ολοκλήρωση δραστηριοτήτων: Εύκολη απόσπαση της προσοχής και δυσκολία να ολοκληρωθούν όσα έχουν ξεκινήσει.
Άγχος: Έντονη ανησυχία, η οποία μπορεί να συνδέεται με τις απαιτήσεις της καθημερινότητας και τη διαχείριση των υποχρεώσεων.
Ανησυχία και ανυπομονησία: Δυσκολία στην παραμονή σε κατάσταση ηρεμίας ή στην αναμονή.
Παρορμητικότητα και ανάληψη κινδύνων: Τάση για βιαστικές αποφάσεις χωρίς να αξιολογούνται επαρκώς οι πιθανές συνέπειες.
Παρά την ύπαρξη αυτών των ενδείξεων, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν είναι σωστό να γίνεται αυτοδιάγνωση. Τα συγκεκριμένα συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται και για άλλους λόγους, επομένως η αξιολόγηση από κατάλληλο επαγγελματία υγείας είναι απαραίτητη για τη διάγνωση της ΔΕΠΥ.
ΔΕΠΥ και δείκτης νοημοσύνης: Τι δείχνουν οι μελέτες
Η σχέση ανάμεσα στη ΔΕΠΥ και στον δείκτη νοημοσύνης (IQ) έχει αποτελέσει αντικείμενο επιστημονικής έρευνας, χωρίς τα ευρήματα να οδηγούν σε ένα απόλυτο συμπέρασμα.
Ορισμένες μελέτες έχουν καταγράψει χαμηλότερες μέσες επιδόσεις σε τυποποιημένα τεστ νοημοσύνης μεταξύ ατόμων με ΔΕΠΥ. Σε κάποιες από αυτές, η μέση διαφορά υπολογίστηκε περίπου στις εννέα μονάδες IQ.
Ωστόσο, η ερμηνεία αυτών των αποτελεσμάτων παραμένει σύνθετη. Η δυσκολία συγκέντρωσης, η παρορμητικότητα και άλλες εκδηλώσεις της διαταραχής μπορούν να επηρεάσουν την επίδοση σε ένα τεστ, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο έχει χαμηλότερες διανοητικές ικανότητες.
Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο επιλέγονται οι συμμετέχοντες στις έρευνες μπορεί να επηρεάζει τα συμπεράσματα. Ορισμένες μελέτες ενδέχεται να αποκλείουν άτομα με χαμηλότερο IQ, με αποτέλεσμα να μην αντιπροσωπεύουν πλήρως το σύνολο των ανθρώπων με ΔΕΠΥ.
Από την άλλη πλευρά, έρευνες έχουν εξετάσει το ενδεχόμενο η διαταραχή να μην αναγνωρίζεται εύκολα σε άτομα με υψηλή νοημοσύνη. Αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή ορισμένοι άνθρωποι αναπτύσσουν στρατηγικές που τους βοηθούν να αντισταθμίζουν τις δυσκολίες τους και να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Μελέτες σε ενήλικες έχουν επίσης υποδείξει ότι οι διαφορές στις επιδόσεις νοημοσύνης μπορεί να επηρεάζονται από άλλους σχετικούς παράγοντες, όπως προβλήματα υγείας ή δυσκολίες που συνυπάρχουν με τη ΔΕΠΥ.
Συνεπώς, η ύπαρξη της διαταραχής δεν συνεπάγεται χαμηλή νοημοσύνη. Η ΔΕΠΥ παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις από άνθρωπο σε άνθρωπο και η αξιολόγησή της απαιτεί να εξετάζονται συνολικά τα συμπτώματα, η λειτουργικότητα και το ατομικό ιστορικό.