Στις 20 Μαρτίου 1930, ένας δάσκαλος από την Πελοπόννησο έστειλε επιστολή στον Εμμανουήλ Λαμπαδάριο, διευθυντή της Υπηρεσίας Σχολικής Υγιεινής, περιγράφοντας τις συνθήκες διατροφής των μαθητών του.
Το σχολείο βρισκόταν ανάμεσα σε δύο χωριά και τα παιδιά παρέμεναν εκεί το μεσημέρι. Ο δάσκαλος παρατηρούσε ότι, λίγο πριν από το φαγητό, σχεδόν όλοι ζητούσαν άδεια να βγουν από την τάξη.
Αναζητώντας την εξήγηση, ανακάλυψε ότι πήγαιναν στη βρύση για να μουσκέψουν το σκληρό ψωμί τους, ώστε να μπορέσουν να το φάνε. Το λιγοστό τους γεύμα περιλάμβανε μαύρο ψωμί, λίγη ρέγγα ή λίγο τυρί.
Ο εκπαιδευτικός έστειλε μαζί με την επιστολή και ένα κομμάτι ψωμί, για να αποδείξει ότι δεν υπερέβαλλε.
Το περιστατικό, που καταγράφεται στη μελέτη των Χαράλαμπου Λεβεντάκη και Βασιλικής Γκαρίλα, αποκαλύπτει τις συνθήκες μέσα στις οποίες επιχειρήθηκε η ανάπτυξη των μαθητικών συσσιτίων.
Η επιστολή έχει και μια δεύτερη σημασία. Μας θυμίζει τον εκπαιδευτικό που δεν περιορίζεται στη διδασκαλία, αλλά παρατηρεί τις ανάγκες των μαθητών του και προσπαθεί να κινητοποιήσει τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Μερικές φορές, η φροντίδα αρχίζει από μια απλή παρατήρηση: γιατί ένα παιδί δεν μπορεί να φάει το ψωμί του;