Τι έδειξε η έρευνα για τις υπερ-επεξεργασμένες τροφές
Οι ερευνητές εξέτασαν μέσω μαγνητικής τομογραφίας (MRI) τους εγκεφάλους σχεδόν 9.000 ατόμων ηλικίας 35 έως 69 ετών, τα οποία δεν είχαν ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι μικροσκοπικές εγκεφαλικές αλλοιώσεις εντοπίζονταν συχνότερα στα άτομα που κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων. Συγκεκριμένα, οι συμμετέχοντες με την υψηλότερη κατανάλωση είχαν κατά 40% περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάζουν τέτοιες ενδείξεις σε σύγκριση με εκείνους που έτρωγαν τις μικρότερες ποσότητες.
Οι συγκεκριμένες βλάβες μπορεί να παραμένουν αδιάγνωστες για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς δεν συνοδεύονται απαραίτητα από εμφανή συμπτώματα. Ωστόσο, ενδέχεται να προηγούνται χρονικά της εκδήλωσης ενός εγκεφαλικού επεισοδίου ή της εμφάνισης προβλημάτων στη μνήμη.
Πόσο συχνά κατανάλωναν υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα
Κατά μέσο όρο, τα υπερ-επεξεργασμένα προϊόντα αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα τέταρτο των ημερήσιων μερίδων φαγητού των συμμετεχόντων.
Οι διαφορές μεταξύ των ομάδων ήταν, ωστόσο, σημαντικές. Στην ομάδα με την υψηλότερη κατανάλωση, τα συγκεκριμένα τρόφιμα αποτελούσαν το 45% των συνολικών μερίδων, ενώ στην ομάδα με τη χαμηλότερη κατανάλωση το αντίστοιχο ποσοστό περιοριζόταν στο 16%.
Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open και αφορούν τη σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, το σωματικό λίπος, τις αγγειακές αλλοιώσεις στον εγκέφαλο και τη γνωστική λειτουργία.
Η σύνδεση με το σωματικό και το σπλαχνικό λίπος
Η μελέτη διαπίστωσε, επίσης, ότι τα άτομα που κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων εμφάνιζαν αυξημένη συνολική λιπώδη μάζα και μεγαλύτερη συσσώρευση σπλαχνικού λίπους.
Το σπλαχνικό λίπος βρίσκεται βαθύτερα στην κοιλιακή χώρα, γύρω από εσωτερικά όργανα, και έχει συνδεθεί με φλεγμονώδεις διεργασίες και βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία. Οι παράγοντες αυτοί ενδέχεται να επηρεάζουν και την υγεία του εγκεφάλου.
Τα ευρήματα υπογραμμίζουν ότι η διατροφή μπορεί να σχετίζεται με περισσότερες από μία πτυχές της υγείας, καθώς η αυξημένη κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων συνδέθηκε τόσο με μεγαλύτερη συσσώρευση λίπους όσο και με περισσότερες ενδείξεις εγκεφαλικών αλλοιώσεων.
Ισχυρότερη συσχέτιση στις γυναίκες
Η σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και στις εγκεφαλικές βλάβες φάνηκε να είναι εντονότερη στις γυναίκες.
Ειδικότερα, οι γυναίκες που ανήκαν στην ομάδα με την υψηλότερη κατανάλωση είχαν σχεδόν διπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάζουν ενδείξεις εγκεφαλικής βλάβης σε σχέση με εκείνες που κατανάλωναν τις μικρότερες ποσότητες.
Το συγκεκριμένο εύρημα χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προκειμένου να αποσαφηνιστεί εάν υπάρχουν διαφορές μεταξύ των φύλων ως προς τη σχέση διατροφής και αγγειακής υγείας του εγκεφάλου.
Λιγότερα φρούτα και λαχανικά στη διατροφή
Ένα ακόμη στοιχείο που ανέδειξε η έρευνα ήταν ότι η αυξημένη κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων συνοδευόταν από μικρότερη πρόσληψη τροφίμων που έχουν υποστεί ελάχιστη επεξεργασία.
Στην ομάδα με την υψηλότερη κατανάλωση, τα φρούτα, τα λαχανικά, τα δημητριακά και άλλα ελάχιστα επεξεργασμένα τρόφιμα αντιστοιχούσαν στο 41% των ημερήσιων μερίδων. Αντίθετα, στην ομάδα με τη χαμηλότερη κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων προϊόντων, το ποσοστό έφτανε το 68%.
Η διαφορά αυτή αναδεικνύει τον ρόλο που μπορεί να έχει η συνολική ποιότητα της διατροφής. Η συχνή επιλογή υπερ-επεξεργασμένων προϊόντων ενδέχεται να περιορίζει τη θέση τροφίμων που προσφέρουν πολύτιμα θρεπτικά συστατικά.
Τι δεν έχει αποδειχθεί ακόμη
Παρά τα σημαντικά ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει πως τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα προκαλούν άμεσα εγκεφαλικές βλάβες.
Οι συμμετέχοντες αξιολογήθηκαν σε μία μόνο χρονική στιγμή και δεν παρακολουθήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Επομένως, δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί με βεβαιότητα εάν οι διατροφικές τους συνήθειες οδήγησαν στις αλλοιώσεις ή εάν άλλοι παράγοντες συνέβαλαν στα αποτελέσματα.
Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές τονίζουν την ανάγκη για μεγαλύτερες μελέτες με μακροχρόνια παρακολούθηση των συμμετεχόντων και επαναλαμβανόμενες μαγνητικές τομογραφίες.
Τα ευρήματα προσθέτουν ένα ακόμη στοιχείο στη μελέτη της σχέσης μεταξύ διατροφής και εγκεφαλικής υγείας, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνουν από μόνα τους σχέση αιτίας και αποτελέσματος.