Ανάχωμα στους πλειστηριασμούς της πρώτης κατοικίας για οφειλές προς το Δημόσιο έβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), κρίνοντας ότι η στέγη δεν μπορεί να κατάσχεται όταν υπάρχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία ικανά να καλύψουν την οφειλή.
Με την απόφασή του, το ΣτΕ υπογραμμίζει ότι η επιλογή της κατοικίας ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης πρέπει να αποτελεί την έσχατη λύση, με βάση τις συνταγματικές αρχές της προστασίας της οικογένειας και της αναλογικότητας. Παράλληλα, διευρύνει τη δυνατότητα του οφειλέτη να ασκήσει ανακοπή, επιτρέποντάς την σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή από την κοινοποίηση της κατασχετήριας έκθεσης έως και την έκδοση του προγράμματος πλειστηριασμού. Μέχρι τώρα, η δυνατότητα αυτή γινόταν δεκτή μόνο στο αρχικό στάδιο.
Η απόφαση αφορά οφειλές προς το Δημόσιο, τις ΔΟΥ, τους ΟΤΑ, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, οι οποίες εισπράττονται βάσει του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ).
Το σκεπτικό του ΣτΕ
Το ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόεδρο τον αντιπρόεδρο Ιωάννη Γράβαρη και εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Ελένη Παπαδημητρίου, έκρινε ότι η προστασία της κατοικίας συνδέεται άμεσα με θεμελιώδη δικαιώματα και την οικογενειακή ζωή.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, «η κατοικία των ανθρώπων, ως στοιχείο ουσιώδες για την αξιοπρέπεια, την ασφάλεια και την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής, αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης κρατικής μέριμνας, η οποία ανάγεται στην προστασία θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων τελούντων υπό την εγγύηση του κράτους και υποχρεούνται να διασφαλίζουν, ώστε να είναι αποτελεσματική, όλα τα κρατικά όργανα, κατά χαρακτηριστική διατύπωση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος».
Το ΣτΕ επικαλείται επίσης την αρχή της αναλογικότητας, υπογραμμίζοντας ότι η απώλεια της κατοικίας πρέπει να αποτελεί αναγκαίο μέτρο και να έχει προηγηθεί η εξέταση ηπιότερων λύσεων για την είσπραξη της οφειλής.
Σύμφωνα με την απόφαση, «η κατάσχεση ακινήτου του οφειλέτη που αποδεδειγμένα αποτελεί τη μόνη του κατοικία (εκείνου και της οικογένειάς του) τότε μόνο είναι νόμιμη, όταν έχει προηγουμένως ερευνηθεί και τεκμηριωμένα αποκλεισθεί η ύπαρξη άλλων περιουσιακών στοιχείων πρόσφορων για να ικανοποιηθεί μέσω αυτών η συγκεκριμένη αξίωση. Στην αντίθετη περίπτωση η επιλογή προς τούτο του ακινήτου της κατοικίας δεν είναι νόμιμη».
Η παρανομία, σύμφωνα με το σκεπτικό, δεν περιορίζεται στην κατασχετήρια έκθεση, αλλά επεκτείνεται και στις επόμενες πράξεις της διαδικασίας πλειστηριασμού.
Η υπόθεση που έφτασε στο ΣτΕ
Η υπόθεση αφορούσε μεζονέτα 162 τ.μ. στο Μοσχάτο, η οποία αποτελούσε την οικογενειακή κατοικία διευθύνοντος συμβούλου ανώνυμης βιομηχανικής εταιρείας. Το Δημόσιο είχε κινήσει τη διαδικασία πλειστηριασμού λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών της εταιρείας, ύψους 142.917 ευρώ.
Το ακίνητο ανήκε κατά 50% στον διευθύνοντα σύμβουλο και κατά 50% στη σύζυγό του. Η αξία του μεριδίου που επρόκειτο να πλειστηριαστεί εκτιμήθηκε σε 100.000 ευρώ, ενώ η τιμή πρώτης προσφοράς ορίστηκε στις 80.000 ευρώ.
Ο οφειλέτης προσέφυγε στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, υποστηρίζοντας ότι ο πλειστηριασμός της κατοικίας όπου διέμενε με την οικογένειά του παραβίαζε τη συνταγματική προστασία της οικογένειας και την αρχή της αναλογικότητας. Επικαλέστηκε, παράλληλα, τη δυνατότητα του Δημοσίου να στραφεί κατά άλλων περιουσιακών στοιχείων του.
Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την ανακοπή και ακύρωσε το πρόγραμμα πλειστηριασμού. Το Δημόσιο άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο έκρινε ότι η κατοικία ήταν η μοναδική κύρια στέγη της οικογένειας, ενώ ο οφειλέτης διέθετε και άλλα ακίνητα σε διάφορες περιοχές της χώρας. Το Δημόσιο προσέφυγε στη συνέχεια στο ΣτΕ, ζητώντας την αναίρεση της εφετειακής απόφασης. Υποστήριξε ότι η επιλογή του συγκεκριμένου ακινήτου για κατάσχεση εντασσόταν στη διακριτική ευχέρεια που παρέχει ο ΚΕΔΕ στις αρμόδιες αρχές.
Το ΣτΕ έκρινε ότι η προστασία της οικογενειακής κατοικίας επιβάλλει να εξετάζονται προηγουμένως άλλες δυνατότητες είσπραξης των οφειλών, όταν αυτές υπάρχουν και είναι πρόσφορες.