Την επίμονη απόσταση που χωρίζει τα ελληνικά νοικοκυριά από μεγάλο μέρος της Ευρώπης σε όρους εισοδήματος και αγοραστικής δύναμης αποτυπώνουν τα στοιχεία της Eurostat.
Παρά την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια, οι δείκτες εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης δείχνουν ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη, ενώ ιδιαίτερα υψηλό παραμένει και το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το διάμεσο ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα στην Ελλάδα το 2025 διαμορφώθηκε στις 13.612 μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS).
Πρόκειται για την τρίτη χαμηλότερη επίδοση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάνω μόνο από την Ουγγαρία και τη Ρουμανία.
Μεγάλη η απόσταση από την Ευρωπαϊκή Ένωση
Η χρήση των μονάδων αγοραστικής δύναμης επιτρέπει μια πιο ουσιαστική σύγκριση μεταξύ των χωρών, καθώς λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στο επίπεδο των τιμών.
Με άλλα λόγια, δεν συγκρίνεται απλώς το ονομαστικό ύψος των εισοδημάτων, αλλά το τι μπορούν στην πράξη να αγοράσουν τα νοικοκυριά με αυτά τα χρήματα.
Και σε αυτή τη σύγκριση η θέση της Ελλάδας παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή.
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν παράλληλα ότι η εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος στην Ελλάδα σε βάθος χρόνου απέχει σημαντικά από την πορεία που ακολούθησε το μεγαλύτερο μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η μακρά περίοδος της οικονομικής κρίσης και η απώλεια εισοδήματος που τη συνόδευσε εξακολουθούν να αποτυπώνονται στους σχετικούς δείκτες, παρά τη βελτίωση που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια.
Στο 27,5% ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στον δείκτη κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat για το 2025, το 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Πρακτικά, πρόκειται για περισσότερους από έναν στους τέσσερις κατοίκους της χώρας.
Η Ελλάδα κατέγραψε τη δεύτερη υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία, όπου το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 29%.
Ακολουθούσε πολύ κοντά η Ρουμανία με 27,4%.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν στην Τσεχία με 11,5%, στην Πολωνία με 15% και στη Σλοβενία με 15,5%.
Στο 20,9% ο ευρωπαϊκός μέσος όρος
Η απόσταση από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σημαντική.
Το 2025 συνολικά 92,7 εκατομμύρια άνθρωποι στην ΕΕ, ή το 20,9% του πληθυσμού, βρίσκονταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.
Το ποσοστό παρουσίασε οριακή βελτίωση σε σχέση με το 2024, όταν βρισκόταν στο 21%, ωστόσο στην περίπτωση της Ελλάδας η τάση ήταν αντίστροφη.
Το ελληνικό ποσοστό αυξήθηκε από 26,9% το 2024 σε 27,5% το 2025, δηλαδή κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες.
Τι σημαίνει «κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού»
Ο συγκεκριμένος δείκτης της Eurostat δεν αφορά αποκλειστικά ανθρώπους των οποίων το εισόδημα βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας.
Για να θεωρείται κάποιος σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αρκεί να βρίσκεται σε τουλάχιστον μία από τρεις καταστάσεις:
να έχει εισόδημα κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας, να αντιμετωπίζει σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση ή να ζει σε νοικοκυριό με πολύ χαμηλή ένταση εργασίας.
Το όριο εισοδηματικής φτώχειας ορίζεται από τη Eurostat στο 60% του εθνικού διάμεσου ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος.
Ελλάδα: Υψηλά και στη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση
Η πίεση που δέχονται τα ελληνικά νοικοκυριά αποτυπώνεται και στον δείκτη της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης.
Στα στοιχεία για το 2024, η Ελλάδα κατέγραφε ποσοστό 14%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν μόλις 6,4%.
Η χώρα είχε την τρίτη υψηλότερη επίδοση στην ΕΕ, μετά τη Ρουμανία με 17,2% και τη Βουλγαρία με 16,6%.
Ο συγκεκριμένος δείκτης αφορά ανθρώπους που, λόγω οικονομικής αδυναμίας, στερούνται τουλάχιστον 7 από 13 αγαθά, υπηρεσίες ή δραστηριότητες που θεωρούνται απαραίτητα για ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η δυνατότητα αντιμετώπισης μιας έκτακτης δαπάνης, η επαρκής θέρμανση του σπιτιού, η πληρωμή λογαριασμών χωρίς καθυστερήσεις και η δυνατότητα κάλυψης βασικών κοινωνικών και προσωπικών αναγκών.
Σχεδόν 7 στους 10 Έλληνες δήλωναν ότι αισθάνονται φτωχοί
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι και η εικόνα στον δείκτη της λεγόμενης «υποκειμενικής φτώχειας».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, το 66,8% στην Ελλάδα θεωρούνταν ότι βρίσκεται σε κατάσταση υποκειμενικής φτώχειας.
Ήταν μακράν το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ακολουθούσαν η Βουλγαρία με 37,4% και η Σλοβακία με 28,7%, ενώ στον αντίποδα Ολλανδία και Γερμανία κατέγραφαν ποσοστό μόλις 7,3%.
Ο δείκτης επιχειρεί να αποτυπώσει όχι μόνο το ύψος του εισοδήματος, αλλά το κατά πόσο ένα νοικοκυριό θεωρεί ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, λαμβάνοντας υπόψη εισόδημα, δαπάνες, χρέη και περιουσιακά στοιχεία.
Το εισόδημα δεν λέει όλη την ιστορία
Τα στοιχεία της Eurostat αναδεικνύουν έτσι μια διπλή εικόνα για την Ελλάδα.
Από τη μία πλευρά, το διαθέσιμο εισόδημα σε όρους αγοραστικής δύναμης παραμένει μεταξύ των χαμηλότερων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από την άλλη, οι δείκτες που καταγράφουν τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού εξακολουθεί να αντιμετωπίζει οικονομική πίεση.
Το 27,5% που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού και τα υψηλά ποσοστά υλικής στέρησης και υποκειμενικής φτώχειας δείχνουν ότι η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν περιορίζεται μόνο στους μισθούς ή στα ονομαστικά εισοδήματα, αλλά επεκτείνεται και στην καθημερινή οικονομική δυνατότητα των νοικοκυριών.