Το «λιβάκωμα» είναι παλιά και ιδιωματική ελληνική λέξη και σημαίνει την ηλίαση, τη θερμοπληξία ή γενικότερα το έντονο κάψιμο και την εξάντληση από τον ήλιο και την υπερβολική ζέστη. Συνδέεται με τον λίβα, τον πολύ ζεστό και ξηρό άνεμο.
Η λέξη χρησιμοποιείται και για τα φυτά, όταν «καίγονται» από τον ήλιο και τη ζέστη. Σε τοπικά γλωσσάρια καταγράφεται επίσης το ρήμα «λιβακώνομαι», δηλαδή «ζεσταίνομαι υπερβολικά από τον λίβα».
Παράδειγμα: «Μην κάθεσαι τόσες ώρες στον ήλιο, θα πάθεις λιβάκωμα.»