Σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σκηνικό εμφανίζει σημάδια φθοράς και απομάκρυνσης μιας νέας κυβερνητικής θητείας, η κυβέρνηση επιχειρεί να απαντήσει κλιμακώνοντας τις παροχές και τις εξαγγελίες της. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η πορεία του έκτακτου βοηθήματος προς τους συνταξιούχους, το οποίο ξεκίνησε πέρυσι τον Νοέμβριο ως εφάπαξ δώρο 250 ευρώ με εισοδηματικά κριτήρια, ανέβηκε στα 300 ευρώ την άνοιξη λόγω δημοσκοπικών πιέσεων και τελικά εκτινάχθηκε στα 400 ευρώ στη φετινή ΔΕΘ, χωρίς μάλιστα εισοδηματικά κριτήρια αλλά με μοναδικό περιορισμό το ηλικιακό όριο των 65 ετών, αναδεικνύοντας μια τακτική που πολλοί χαρακτηρίζουν ως αστόχαστη αγωνία και προεκλογικά πυροτεχνήματα.
Στο πεδίο των κοινωνικών μέτρων, ιδιαίτερη κριτική συγκεντρώνει το σχέδιο προικοδότησης των νεογέννητων με 100 ευρώ τον μήνα, το οποίο παρουσιάζεται ως εναλλακτική αντί της κατασκευής φοιτητικών εστιών. Σύμφωνα με την κριτική ανάλυση, η συγκεκριμένη εξαγγελία προϋποθέτει ότι οι γονείς θα μπορούν να συνεισφέρουν άλλα τόσα, αφήνοντας ουσιαστικά τις απόλυτα φτωχές οικογένειες στην τύχη του κοινωνικού αυτοματισμού, εφόσον τα χρήματα δεν επαρκούν για τα βασικά έξοδα επιβίωσης, όπως οι πάνες, η θέρμανση και τα φροντιστήρια. Σε αντίθεση με παλαιότερες εποχές, η οριζόντια αυτή ενίσχυση καταβάλλεται ακόμη και σε οικογένειες με τεράστιες αφορολόγητες γονικές παροχές, αποκλείοντας τελικά όσους έχουν πραγματικά ανάγκη.
Αντίστοιχες ενστάσεις διατυπώνονται και γύρω από την προαναγγελία αύξησης του βασικού μισθού στα 950 ευρώ τον Απρίλιο του 2027, μια κίνηση που συνοδεύεται από ελάφρυνση των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών κατά μισή μονάδα. Στην πράξη, η καθαρή αύξηση για έναν εργαζόμενο περιορίζεται σε μόλις 20 ευρώ τον μήνα (λιγότερο από 70 λεπτά την ημέρα), καθώς υπόκειται σε φορολογία 20%, ενώ η μείωση των εισφορών προσφέρει μόλις 4,6 ευρώ μηνιαίως στον αμειβόμενο, αφήνοντας τους εργαζομένους απροστάτευτους απέναντι στην καλπάζουσα ακρίβεια και τα υψηλά ενοίκια, την ώρα που οι μικρές επιχειρήσεις γονατίζουν από το ενεργειακό κόστος.
Στο μέτωπο των συνταξιούχων, οι εξαγγελίες αποδεικνύονται κατώτερες του επίσημου πληθωρισμού, καθώς ο μηχανισμός υπολογισμού λαμβάνει υπόψη μόνο τον μισό δείκτη καταναλωτή και το μισό ΑΕΠ, ενώ για άλλη μια χρονιά απουσιάζουν εντελώς οι αυξήσεις στις επικουρικές συντάξεις για 1,3 εκατομμύρια ασφαλισμένους. Επιπλέον, η κυβέρνηση επέλεξε να μην αγγίξει τη μείωση ή κατάργηση της Εισφοράς Αλληλεγγύης (ΕΑΣ), μέσω της οποίας αφαιρούνται ετησίως πάνω από 700 εκατομμύρια ευρώ από τις αποδοχές των συνταξιούχων, λειτουργώντας πρακτικά ως μια δεύτερη, βαριά φορολογία.
Το συνολικό αφήγημα των εξαγγελιών αποκαλύπτει ένα χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές προθέσεις και την ωμή οικονομική πραγματικότητα, με τα μέτρα να αντιμετωπίζονται είτε ως αποσπασματικές παρεμβάσεις είτε ως αμελέτητες ανακοινώσεις. Είτε πρόκειται για τα περίπλοκα σχέδια φορολόγησης της αντιπολίτευσης είτε για τα οριζόντια επιδόματα της κυβέρνησης, η αγορά και τα ευάλωτα στρώματα συνεχίζουν να βιώνουν την πίεση ενός δυσβάστακτου κόστους ζωής, χωρίς ουσιαστικές δομικές λύσεις.