Ως ετήσια οικονομική ενίσχυση και όχι ως μόνιμη αύξηση των αποδοχών τους θα λάβουν περίπου 2,2 εκατομμύρια δικαιούχοι το ποσό των 400 ευρώ, το οποίο ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης από το βήμα της ΔΕΘ. Η ενίσχυση αυτή, η οποία αυξάνεται κατά 100 ευρώ σε σχέση με τα 300 ευρώ που ίσχυαν προηγουμένως, αντιστοιχεί σε μια μικρή μηνιαία ανάσα της τάξης των 8,33 ευρώ τον μήνα, παραμένοντας ωστόσο αφορολόγητη, ακατάσχετη και χωρίς κρατήσεις εν μέσω της συνεχιζόμενης πίεσης από την ακρίβεια.
Ωστόσο, σημαντικός αριθμός πολιτών μένει εκτός των σχετικών καταβολών, καθώς βασική προϋπόθεση για την είσπραξη του βοηθήματος τον προσεχή Νοέμβριο είναι οι δικαιούχοι να λαμβάνουν οριστική κύρια σύνταξη και να έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Εξαιτίας αυτού του αυστηρού ηλικιακού κριτηρίου, υπολογίζεται ότι περίπου 473.700 συνταξιούχοι κάτω των 65 ετών αποκλείονται αυτομάτως από την ενίσχυση, με μόνη εξαίρεση τις ειδικές προβλέψεις της νομοθεσίας, όπως στις περιπτώσεις συντάξεων χηρείας όπου το όριο διαμορφώνεται στα 60 έτη, καθώς και για συγκεκριμένες κατηγορίες αναπήρων και ανασφάλιστων υπερηλίκων.
Πέραν του ηλικιακού παράγοντα, η χορήγηση των 400 ευρώ συνδέεται στενά με εισοδηματικά και περιουσιακά όρια, με αποτέλεσμα να αποκλείονται όσοι συνταξιούχοι τα υπερβαίνουν. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτουν πολίτες των οποίων το συνολικό εισόδημα ενισχύεται από άλλες πηγές, όπως η συνέχιση της εργασίας ή ο συνυπολογισμός ποσών από προσωπική διαφορά και αναδρομικά, γεγονός που οδηγεί πολλούς δικαιούχους πάνω από τα προβλεπόμενα όρια επιλεξιμότητας.
Το γεγονός αυτό διατηρεί ανοιχτό τον προβληματισμό για την ουσιαστική στήριξη του μηνιαίου εισοδήματος, καθώς οι θιγόμενοι συνταξιούχοι θέτουν το ερώτημα γιατί αποκλείονται αποκλειστικά λόγω ηλικίας, την ώρα που οι καθημερινές ανάγκες και η ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και υγεία πιέζουν εξίσου όλους τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, καθιστώντας ζητούμενο μια μόνιμη αναπλήρωση των αποδοχών και όχι απλώς εφάπαξ ετήσιες παροχές.