Στην καθημερινότητά μας το λέμε απλά τοστ ή τοστάκι, ενώ συχνά χρησιμοποιούμε και τον όρο σάντουιτς, ιδιαίτερα όταν το ψωμί δεν έχει ψηθεί στην τοστιέρα. Πίσω όμως από αυτή τη γνώριμη λέξη κρύβεται μια ενδιαφέρουσα γλωσσική ιστορία.
Η λέξη «τοστ» προέρχεται από την αγγλική toast και αναφέρεται στο ψωμί που έχει ψηθεί. Στα ελληνικά, ωστόσο, έχει προταθεί ένας πιο… ελληνικός όρος: «αμφίψωμο». Η λέξη αποτελεί νεολογισμό, που σχηματίζεται από τα «αμφί» και «ψωμί», και επιχειρεί να αποδώσει στα ελληνικά το γνωστό αγγλικό δάνειο.
Έτσι, είτε το αποκαλούμε τοστ, είτε τοστάκι, είτε θέλουμε να το πάμε ένα βήμα πιο… γλωσσικά και να πούμε αμφίψωμο, η ουσία παραμένει ίδια: δύο φέτες ψωμιού, γέμιση και λίγη ώρα στην τοστιέρα για το χαρακτηριστικό τραγανό αποτέλεσμα.